Από τον Kamran Bokhari
Επίσκεψη στην Αρμενία πραγματοποίησε ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι ντι Βανς, στις 9 Φλεβάρη και αναμένεται να επισκεφθεί και το Αζερμπαϊτζάν στις 11-12 Φλεβάρη, στο πλαίσιο περιοδείας, με στόχο την προώθηση της ειρηνευτικής συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών, για την οποία μεσολάβησαν οι ΗΠΑ.
Η επίσκεψή του αποσκοπεί στην επιτάχυνση της ανάπτυξης της Διαδρομής Τραμπ για τη Διεθνή Ειρήνη και Ευημερία (Trump Route for International Peace & Prosperity) -ενός στρατηγικού διαδρόμου μεταφορών μήκους 27 μιλίων, που διέρχεται από τη νότια Αρμενία κατά μήκος των συνόρων με το Ιράν και συνδέει το Αζερμπαϊτζάν με τον θύλακά του, το Ναχιτσεβάν.
Η περιοδεία του Βανς ακολουθεί πρόσφατες πρωτοβουλίες προσέγγισης του Προέδρου του Καζακστάν, Κασίμ-Ζομάρτ Τοκάγιεφ, (3-4 Φεβρουαρίου) και του Προέδρου του Ουζμπεκιστάν, Σαβκάτ Μιρζιγιόγεφ, (5-6 Φεβρουαρίου) στο Πακιστάν, με στόχο την ενίσχυση των στρατηγικών δεσμών, την επέκταση του εμπορίου και την προώθηση διαδρομών διαμετακόμισης που θα συνδέουν την Κεντρική Ασία με πακιστανικά λιμάνια και τις παγκόσμιες αγορές. Παράλληλα, ο Επίτροπος Διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας συμφώνησαν στις 6 Φεβρουαρίου να εκσυγχρονίσουν την τελωνειακή ένωση ΕΕ-Τουρκίας, να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα και να στηρίξουν περιφερειακά έργα μέσω της σταδιακής επανέναρξης των δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.
Άνευ προηγουμένου μετατόπιση στην Ευρασία
Μια σημαντική γεωπολιτική αναδιάταξη εκτυλίσσεται σε ολόκληρη την Ευρασία, καθώς η Ρωσία και το Ιράν βλέπουν την επιρροή τους να αποδυναμώνεται. Ως αποτέλεσμα, το μεταψυχροπολεμικό πλαίσιο που έχει περιορίσει τον Νότιο Καύκασο και την Κεντρική Ασία από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 αποδομείται ραγδαία. Ταυτόχρονα, οι ΗΠΑ προωθούν μια παγκόσμια στρατηγική που εστιάζει στην ανακατανομή των βαρών και στον επανακαθορισμό των δεσμεύσεών τους. Μαζί, αυτές οι εξελίξεις ωθούν τους περιφερειακούς παράγοντες να διαφοροποιήσουν τις εξωτερικές τους συνεργασίες και να μειώσουν την εξάρτησή τους από τη Μόσχα.
Οι δυνάμεις αυτές διαμορφώνουν έναν νέο γεωοικονομικό χώρο που εκτείνεται από την Ανατολική Ευρώπη και τη Μαύρη Θάλασσα, μέσω της Τουρκίας, του Νότιου Καυκάσου, της Κασπίας, της Κεντρικής Ασίας και της Νότιας Ασίας, έως και την Αραβική Θάλασσα. Ιστορικά, αυτή η τεράστια χερσαία έκταση υπήρξε πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ αντίπαλων αυτοκρατοριών -ελληνικής, περσικής, ρωμαϊκής, βυζαντινής, αραβικής, τουρκικής, μογγολικής και ρωσικής. Στο σημερινό αναδυόμενο διαευρασιατικό δίκτυο, το Αζερμπαϊτζάν διαδραματίζει καίριο ρόλο, λειτουργώντας ως στρατηγική γέφυρα που συνδέει τα οικονομικά και ασφαλιστικά συστήματα της Ευρώπης, της Ευρασίας και του Ινδο-Ειρηνικού. Κατά συνέπεια, η εμβάθυνση της αμερικανικής εμπλοκής με το Μπακού έχει καταστεί κρίσιμος μοχλός για την άσκηση επιρροής στη μεταβαλλόμενη ισορροπία ισχύος της περιοχής.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναδυόμενης διασυνδεσιμότητας και αυξανόμενης αμερικανικής εμπλοκής, το Άρθρο 907 του Νόμου Υποστήριξης της Ελευθερίας του 1992 (Freedom Support Act) -ένα κατάλοιπο της πολιτικής της εποχής του Ψυχρού Πολέμου- εξακολουθεί να περιορίζει την αμερικανική βοήθεια προς το Αζερμπαϊτζάν. Αρχικά, θεσπίστηκε για να ασκήσει πίεση στο Μπακού ώστε να άρει τον αποκλεισμό της Αρμενίας και των εδαφών στο Καραμπάχ, που τελούσαν τότε υπό τον έλεγχο του Γερεβάν. Ωστόσο, ο νόμος αυτός κατέστη παρωχημένος μετά τη λήξη των εχθροπραξιών το 2023 και την ειρηνευτική συμφωνία του Αυγούστου 2025, η οποία μεσολαβήθηκε από τον Ντόναλντ Τραμπ, και ως εκ τούτου απαιτείται η κατάργησή του. Το γεγονός ότι η Εθνική Επιτροπή Αρμενίας της Αμερικής (ANCA) συνεχίζει να υποστηρίζει τη διατήρησή του καταδεικνύει τη διαχρονική επιρροή κομματικών και διασπορικών πιέσεων. Οι προσπάθειες της ANCA έρχονται ολοένα και περισσότερο σε αντίθεση με τη στάση και την εξωτερική πολιτική της ίδιας της Αρμενίας, η οποία έχει στραφεί προς τη συμφιλίωση με το Αζερμπαϊτζάν, και υπονομεύουν τα αμερικανικά συμφέροντα στον Νότιο Καύκασο, θέτοντας σε κίνδυνο το έργο της Διαδρομής Τραμπ και τα στρατηγικά οφέλη που αυτό υπόσχεται για την Ουάσινγκτον.
Για πρώτη φορά στην ιστορία, οι ΗΠΑ διαθέτουν μια πραγματική ευκαιρία να εδραιώσουν διαρκή επιρροή σε μια περιοχή που επί μακρόν κυριαρχούνταν από το Κρεμλίνο και απειλείται από το Ιράν. Κατά την ίδρυση των ΗΠΑ, ο Νότιος Καύκασος και η Κεντρική Ασία είχαν ήδη αρχίσει να περνούν υπό ρωσικό αυτοκρατορικό έλεγχο. Την εποχή που η Αμερική αναδείχθηκε σε παγκόσμια υπερδύναμη, οι περιοχές αυτές βρίσκονταν σταθερά πίσω από το σοβιετικό Σιδηρούν Παραπέτασμα. Ακόμη και μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, η Μόσχα διατήρησε σημαντική πολιτική και οικονομική επιρροή, κρατώντας την περιοχή εντός της σφαίρας επιρροής της.
Η νότια περιφέρεια της Ρωσίας
Ο διάδοχος της Σοβιετικής Ένωσης, η Ρωσική Ομοσπονδία, διατήρησε την επιρροή της επί των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών μέσω δικτύων ελίτ, οικονομικών εξαρτήσεων, εταιρικών σχέσεων στον τομέα της ασφάλειας και θεσμών όπως: η Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών (CIS), ο Οργανισμός Συλλογικής Ασφάλειας (CSTO) και η Ευρασιατική Οικονομική Ένωση. Ωστόσο, ο έλεγχος της Μόσχας κατά μήκος των νοτίων συνόρων της υπήρξε πάντοτε άνισος, περιοριζόμενος από τοπικούς ανταγωνισμούς και περίπλοκες γεωπολιτικές ισορροπίες. Η διαρκής αστάθεια και οι επαναλαμβανόμενες περιφερειακές συγκρούσεις αποκάλυψαν ένα αυξανόμενο χάσμα ανάμεσα στις φιλοδοξίες του Κρεμλίνου και στην πραγματική του ικανότητα προβολής ισχύος. Ως αποτέλεσμα, τα γειτονικά κράτη ακολούθησαν ολοένα και περισσότερο ανεξάρτητες στρατηγικές, δοκιμάζοντας τα όρια της ρωσικής επιρροής.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η εδραίωση της εξουσίας του Βλαντίμιρ Πούτιν επέτρεψε στη Μόσχα να επανακτήσει έναν βαθμό ελέγχου στον Καύκασο και να ανασυγκροτήσει την περιφερειακή της ισχύ. Η επέμβαση του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν μείωσε το βάρος των ρωσικών ανησυχιών ασφαλείας στην Κεντρική Ασία, απελευθερώνοντας πόρους που μπορούσαν να επαναπροσανατολιστούν προς την Ευρώπη. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 έως τα μέσα της δεκαετίας του 2010, η Μόσχα ενίσχυσε συστηματικά τη στρατηγική της προς τη Δύση. Κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας, η Ρωσία ανέτρεψε τις εξελίξεις που ακολούθησαν την Πορτοκαλί Επανάσταση της Ουκρανίας το 2004, εισέβαλε στη Γεωργία το 2008 και ήρθε αντιμέτωπη με τις τεράστιες αναταραχές της εξέγερσης του Μαϊντάν στην Ουκρανία το 2014.
Σε απάντηση στην ανατροπή της φιλορωσικής κυβέρνησης στο Κίεβο, η Μόσχα προσάρτησε την Κριμαία και εισέβαλε στο Ντονμπάς. Οι ενέργειες αυτές εγκλώβισαν τη Ρωσία σε μια παρατεταμένη αντιπαράθεση με τη Δύση, αποσπώντας την προσοχή και τους πόρους της από το νότιο μέτωπό της. Καθώς το στρατηγικό επίκεντρο της Ρωσίας μετατοπιζόταν προς τα δυτικά, η Κίνα επέκτεινε την παρουσία της στην Κεντρική Ασία μέσω συνεργασιών στον τομέα της ασφάλειας, έργων υποδομής και ενεργειακών επενδύσεων -μια τάση που επιταχύνθηκε μετά την έναρξη της Πρωτοβουλίας "Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος" (Belt and Road Initiative) το 2013. Έκτοτε, το Πεκίνο έχει αναδειχθεί στη κυρίαρχη εξωτερική οικονομική δύναμη της περιοχής, ακόμη και αν η Μόσχα διατηρεί περιορισμένη πολιτική και στρατιωτική επιρροή.
Η φθίνουσα επιρροή της Μόσχας
Η ρωσική επιρροή κατά μήκος της νότιας περιφέρειάς της υποχώρησε απότομα μετά το 2020, εν μέσω οικονομικής πίεσης, αναταράξεων λόγω της πανδημίας και αυξανόμενων στρατιωτικών περιορισμών. Η αποδυνάμωση του ελέγχου της Μόσχας επιδεινώθηκε περαιτέρω καθώς περιφερειακοί παράγοντες δοκίμαζαν τα όρια της εξουσίας της και ακολουθούσαν πιο ανεξάρτητες στρατηγικές. Η αποφασιστική στήριξη της Τουρκίας προς το Αζερμπαϊτζάν κατά τον Δεύτερο Πόλεμο του Καραμπάχ ανέτρεψε τη μακροχρόνια ισορροπία που διαχειριζόταν η Ρωσία, ενισχύοντας το Μπακού, ώστε να μπορέσει να διεκδικήσει μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία. Πρόσφατα δημοσιεύματα σε αζερικά μέσα ενημέρωσης, όπως τα minval.az και caliber.az, υποδηλώνουν ότι το Μπακού εξετάζει ακόμη και το ενδεχόμενο αποχώρησης από την Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών (CIS), υπό ρωσική ηγεσία.
Το Αζερμπαϊτζάν θεωρεί πλέον το μπλοκ αυτό σε μεγάλο βαθμό άνευ σημασίας και καλλιεργεί ενεργά εταιρικές σχέσεις με τις ΗΠΑ, την Τουρκία, την Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλους παγκόσμιους παράγοντες. Παρομοίως, η Αρμενία έχει επιδιώξει να διαφοροποιήσει τις συμμαχίες της πέραν της Μόσχας, σηματοδοτώντας μια μετατόπιση από τις παραδοσιακές εξαρτήσεις. Ταυτόχρονα, τα κράτη της Κεντρικής Ασίας έχουν υιοθετήσει πολυδιάστατες εξωτερικές πολιτικές, με στόχο να αντισταθμίσουν τη ρωσική κυριαρχία. Έχουν ενισχύσει τη συνεργασία τους με τις ΗΠΑ μέσω φόρουμ, όπως οι Σύνοδοι Κορυφής C5+1, έχουν προωθήσει έργα διασυνδεσιμότητας που παρακάμπτουν τη Μόσχα και έχουν ενισχύσει την εθνική τους ταυτότητα, καθώς η επιρροή του Κρεμλίνου μειώνεται σταθερά.
Το Καζακστάν και το Ουζμπεκιστάν προωθούν τόσο τον Ααντολικό-Δυτικό Μεσαίο Διάδρομο (Middle Corridor) όσο και έναν συμπληρωματικό νότιο εμπορικό άξονα που συνδέει το Αφγανιστάν με το Πακιστάν. Η προσέγγισή τους προς το Ισλαμαμπάντ υπογραμμίζει μια στρατηγική επιδίωξη για διαφοροποίηση των εξαγωγών, πρόσβαση στη θάλασσα και βαθύτερη ενσωμάτωση με τις αγορές της Νότιας Ασίας και της Μέσης Ανατολής. Παρά τις προκλήσεις που θέτει το Αφγανιστάν υπό την κυριαρχία των Ταλιμπάν, αμφότερες οι κυβερνήσεις ακολουθούν πραγματιστικές, προσανατολισμένες στα αποτελέσματα προσεγγίσεις για την περιφερειακή οικονομική συνεργασία. Η Αστάνα και η Τασκένδη εκμεταλλεύονται την επείγουσα ανάγκη των Ταλιμπάν για μια λειτουργική οικονομία, προκειμένου να τοποθετηθούν ως θεματοφύλακες νέων εμπορικών ροών, επενδυτικών ευκαιριών και κρίσιμων διαδρομών περιφερειακής διασυνδεσιμότητας.
Οι μεταβολές αυτές έχουν δημιουργήσει χώρο για τα τα κράτη της Υπερκασπίας να διαφοροποιήσουν τις παγκόσμιες συνεργασίες τους. Για την Ουάσινγκτον, αυτό συνιστά ένα στρατηγικό άνοιγμα για την επέκταση της γεωοικονομικής της επιρροής σε μια περιοχή όπου η αμερικανική παρουσία ήταν ιστορικά περιορισμένη. Συντονισμένες πρωτοβουλίες που περιλαμβάνουν την Τουρκία, το Αζερμπαϊτζάν, το Καζακστάν, το Ουζμπεκιστάν και το Πακιστάν -εν μέσω της ρωσικής υποχώρησης, της κινεζικής υπερεπέκτασης και της ιρανικής αστάθειας-αναδιαμορφώνουν τις ισορροπίες ισχύος στην Ευρασία και ενισχύουν μια αμερικανική προσέγγιση που εστιάζει στον επιμερισμό των βαρών αντί της μονομερούς παρέμβασης. Στο πλαίσιο αυτής της αναδυόμενης αρχιτεκτονικής, το Αζερμπαϊτζάν λειτουργεί ως ο βασικός συνδετικός κρίκος που ενώνει τον Νότιο Καύκασο, την Κεντρική Ασία και την ευρύτερη λεκάνη του Ινδο-Ειρηνικού.