Του William Hartung
Ο νέος πόλεμος στη Μέση Ανατολή, που ξεκίνησε όταν το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες βομβάρδισαν το Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, έχει μετατραπεί σε σύγκρουση σε ολόκληρη την περιοχή, με εκατέρωθεν επιθέσεις στο Ισραήλ, στον Λίβανο, στο Κουβέιτ, στο Κατάρ και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, εναντίον στόχων όπως στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ στην περιοχή, αλλά και πόλεις του Ισραήλ, ένα δημοτικό σχολείο θηλέων στο Ιράν. Την Τρίτη, αμερικανική επίθεση έπληξε νοσοκομείο στην Τεχεράνη: νοσοκόμες απομάκρυναν μωρά από θερμοκοιτίδες. Έξι μέλη των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων έχουν χάσει τη ζωή τους μέχρι στιγμής.
Είναι δύσκολο να καταγραφούν οι απώλειες, καθώς αυξάνονται γρήγορα, αλλά πάνω από 1.000 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους στην περιοχή από την έναρξη των συγκρούσεων, με τα περισσότερα θύματα να καταγράφονται στο Ιράν και να ακολουθεί ο Λίβανος.
Ο πόλεμος βρίσκεται ακόμη σε φάση κλιμάκωσης, οπότε είναι αδύνατον να εκτιμηθεί το τελικό κόστος σε ανθρώπινες ζωές και οικονομικούς πόρους. Η ηγεσία του Ιράν έχει δεσμευτεί να κλείσει το Στενό του Ορμούζ, κύρια θαλάσσια οδό για τη μεταφορά πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο στον υπόλοιπο κόσμο, ενώ διευρύνει τους στόχους των επιθέσεών της: από την αμερικανική πρεσβεία στη Σαουδική Αραβία ώς ένα data center της Apple στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Από την πλευρά του, ο Τραμπ έχει προαναγγείλει ότι οι βομβαρδισμοί θα συνεχιστούν επ' αόριστον και πως ενδέχεται να χάσουν τη ζωή τους και άλλοι Αμερικανοί στρατιώτες.
Καθώς οι μάχες εξαπλώνονται, τίθεται πλέον το ερώτημα του κόστους αυτής της στρατιωτικής σύρραξης για τον αμερικανικό λαό. Είναι δύσκολο να εκτιμηθεί, δεδομένου του ρυθμού που ακολουθουν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις και της δυσκολίας να εκτιμηθούν οι ζημιές εν μέσω μιας σύγκρουσης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το κόστος θα είναι σημαντικό. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στις αρχές των πολέμων στο Ιράκ και το Αφγανιστάν μετά την 11η Σεπτεμβρίου, οι Αμερικανοί αξιωματούχοι παρουσίασαν εκτιμήσεις κόστους που απείχε δραματικά από το τελικό οικονομικό βάρος αυτών των πολέμων. Ο αξιωματούχος της κυβέρνησης του Τζορτζ Μπους, Κένεθ Άντελμαν, είχε γράψει ότι ο πόλεμος για την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν θα ήταν "παιχνιδάκι", ενώ ο οικονομικός σύμβουλος του Λευκού Οίκου, Λόρενς Λίντσεϊ, υπολόγισε ότι ο πόλεμος στο Ιράκ θα κόστιζε "μόνο" 50 δισ. δολάρια. Στο Αφγανιστάν, οι αρχικές ελπίδες ήταν για μια γρήγορη ανατροπή των Ταλιμπαν, που προσέφεραν άσυλο στον Οσάμα μπιν Λάντεν, σε συνδυασμό με ένα ισχυρό πλήγμα στην ικανότητα της Αλ Κάιντα να πραγματοποιεί τρομοκρατικές επιθέσεις κατά των Ηνωμένων Πολιτειών.
Αυτές οι αρχικές εκτιμήσεις θα ήταν γελοίες αν το κόστος σε ανθρώπινες ζωές από τους πολέμους στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν δεν ήταν ολέθριο. Κάθε σύγκρουση διήρκεσε πάνω από 20 χρόνια, με εκατοντάδες χιλιάδες θανάτους σε όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές και υποχρεώσεις των φορολογουμένων που σήμερα υπερβαίνουν τα 8 τρισ. δολάρια, αν ληφθούν υπόψη τα μακροπρόθεσμα κόστη, όπως η φροντίδα των βετεράνων, σύμφωνα με το Costs of War Project του Brown University. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο εν εξελίξει πόλεμος θα κοστίσει τόσο πολύ, αλλά το γεγονός ότι έχει εξαπλωθεί ήδη σε όλη τη Μέση Ανατολή σημαίνει ότι το κόστος θα είναι σημαντικό και θα αυξάνεται για τα επόμενα χρόνια λόγω των αντιποίνων για τις ενέργειες που γίνονται τώρα, για να μην αναφερθούμε στο κόστος της ανασυγκρότησης, το οποίο θα μπορούσε να είναι τεράστιο.
Ήδη, σύμφωνα με ανάλυση του Ινστιτούτου Πολιτικών Μελετών, οι Ηνωμένες Πολιτείες ξοδεύουν πάνω από 59 εκατ. δολάρια την ημέρα για τη μετακίνηση στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή. Το ποσό αυτό δεν περιλαμβάνει το κόστος των βομβών και των πυραύλων που εκτοξεύονται στο Ιράν, ούτε τα τρία αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη που έχουν χαθεί μέχρι στιγμής, τα οποία καταρρίφθηκαν κατά λάθος από την αεράμυνα του Κουβέιτ. Τα βραχυπρόθεσμα αυτά κόστη θα είναι ασήμαντα σε σύγκριση με το κόστος των μακροπρόθεσμων αντιποίνων κατά οντοτήτων αμερικανικών συμφερόντων, με το σοκ των τιμών πετρελαίου που θα μπορούσε να προκληθεί από το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ, με τους θανάτους και τους τραυματισμούς. Μέσα σε λιγότερο από μία εβδομάδα από την έναρξη του πολέμου, η σύγκρουση είναι ήδη εκτός ελέγχου.
Ο Τραμπ υποστήριξε πως το Ιράν θα έχει "σύντομα" την ικανότητα να χτυπήσει τους συμμάχους των ΗΠΑ, ή ακόμα και την ίδια την Αμερική, με πυρηνικά όπλα. Ο ισχυρισμός του προέδρου έρχεται σε αντίθεση με μια μελέτη που πραγματοποίησε η ίδια η κυβέρνησή του πέρυσι, η οποία έδειξε ότι θα χρειαστούν χρόνια για να αναπτύξει το Ιράν μια πυρηνική βόμβα που θα μπορούσε να τοποθετηθεί σε πύραυλο και έναν πύραυλο που θα μπορούσε να φτάσει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αλήθεια είναι πως η παραγωγή μιας τέτοιας βόμβας είναι μόνο ένα βήμα προς την ικανότητα της Τεχεράνης να απειλήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτή η βόμβα θα πρέπει στη συνέχεια να μικρογραφηθεί για να χωρέσει σε έναν πύραυλο μεγάλου βεληνεκούς, και αυτός ο πύραυλος θα πρέπει να είναι ικανός να φτάσει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Υπ' αυτή την έννοια, η κατασκευή μιας πυρηνικής βόμβας είναι μόνο "ένα βήμα" μιας μεγαλύτερης διαδικασίας. Και αν το Ιράν είχε μερικές βόμβες που θα μπορούσαν να χτυπήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες, θα προέκυπτε το ερώτημα γιατί ένας Ιρανός ηγέτης θα τις εκτόξευε εναντίον μιας χώρας με χιλιάδες πυρηνικά όπλα, μικρό μέρος των οποίων θα μπορούσε να καταστρέψει το Ιράν σε μια επίθεση ως αντίποινα. Η ιδέα ότι επίκειτο κίνδυνος για τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν στέκει.
Ακόμα χειρότερα, πριν η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ αποχωρήσει από τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν (JCPOA), υπήρχε ένας μηχανισμός που εμπόδιζε την Τεχεράνη να αναπτύξει πυρηνικά όπλα χωρίς να καταφύγει στη βία ή σε μια ανεξέλεγκτη στρατιωτική σύγκρουση. Η συμφωνία εμπόδιζε την Τεχεράνη να εμπλουτίσει ουράνιο σε ποσότητα κατάλληλη για την κατασκευή μιας πυρηνικής βόμβας και προέβλεπε επιθεωρήσεις των εγκαταστάσεών της. Επίσης, περιλάμβανε διατάξεις για την άμεση επαναφορά των κυρώσεων κατά του Ιράν σε περίπτωση παραβίασης της συμφωνίας. Το πιο σημαντικό ήταν πως δεν πρόκειτο για μια συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Υποστηριζόταν από σημαντικούς συμμάχους των ΗΠΑ στην Ευρώπη, καθώς και από τη Ρωσία και την Κίνα – ένας μοναδικός συνδυασμός, δεδομένων των εντάσεων που χαρακτήρισαν τις σχέσεις των μεγάλων δυνάμεων αυτόν τον αιώνα.
Δεν υπάρχει εύκολος τρόπος να γυρίσουμε πίσω όταν είναι σε εξέλιξη μια πολεμική σύγκρουση, αλλά ελπίζω ότι οι παγκόσμιοι ηγέτες και η κοινωνία των πολιτών θα αντλήσουν ένα δίδαγμα από αυτόν τον πόλεμο – μόλις αρχίσουν να πέφτουν οι βόμβες, το ανθρώπινο και οικονομικό κόστος δεν μπορεί να ελεγχθεί και, αν ο τελικός στόχος είναι ένας ασφαλέστερος κόσμος, η χρήση βίας συνήθως προκαλεί περισσότερα προβλήματα από όσα επιλύει.