του Νίκου Κωτσικόπουλου
Σε αξιόλογη μείωση του κόστους χρηματοδότησής τους από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές έχουν οδηγήσει τις ελληνικές τράπεζες η πρόοδός τους και οι διαδοχικές αναβαθμίσεις των διεθνών οίκων, διασφαλίζοντας άνετη χρηματοδότηση, παρά το γεγονός ότι ο χαμηλός δείκτης δανείων προς καταθέσεις, περίπου στο 65%, δίνει στις ελληνικές τράπεζες πλεονέκτημα να χρηματοδοτηθούν ακόμα φθηνότερα από τους καταθέτες τους.
Αυτό έχει ουσία αυτή την περίοδο, καθώς η γενικότερη αύξηση των επιτοκίων και αποδόσεων στις αγορές χρήματος (money markets), με την άνοδο του Euribor και την προσδοκία ανόδου των επιτοκίων από την ΕΚΤ, ροκανίζει λίγο-λίγο τα πλούσια περιθώρια των ελληνικών τραπεζών. Για την ώρα, μπορούν να απορροφούν τις μικρές αυξήσεις και να μην περνούν μικροεπιβαρύνσεις στους δανειολήπτες τους, ενώ αναμένουν να ξεκαθαρίσει η κατάσταση.
Η κρίση στη Μέση Ανατολή έχει ως πρώτο στόχο την ενέργεια, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι τα επιτόκια μένουν εκτός κάδρου, ειδικά αν το χρήμα είναι και το μόνο διαθέσιμο εργαλείο για να φρενάρει τον πληθωρισμό.
Έτσι, τα ομόλογα των τραπεζών στις αγορές (δευτερογενής αγορά) "τσιμπούν", και σε σχέση με τις τιμές της 18ης Μαρτίου, που η μέση απόδοση στα senior ομόλογα είχε ήδη ανέβει στο 3,38%, τώρα ακρίβυνε επιπλέον 21 μονάδες βάσης, στο 3,59%. Βεβαίως, μπορεί να υποχωρήσει αν οι ενεργειακές τιμές αποκλιμακωθούν.
Σύμφωνα με την έκθεση της ΤτΕ, από την αρχή του έτους, η απόδοση για τα νεοεκδοθέντα ομόλογα υψηλής και χαμηλής εξοφλητικής προτεραιότητας από τις τέσσερις σημαντικές ελληνικές τράπεζες ανέρχεται σε 3,3% και 5,1% αντίστοιχα. Αλλά αυτές είναι λίγο παλαιότερες τιμές, πριν από τις 15 Μαρτίου. Η ΤτΕ σχολιάζει σχετικά ότι, μετά την έναρξη των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή, οι αποδόσεις των ομολόγων των ελληνικών τραπεζών έχουν αυξηθεί, σε συνάφεια με τις αντίστοιχες εξελίξεις στην ευρωπαϊκή αγορά τραπεζικών ομολόγων.
Για να γίνει κατανοητή η διαφορά, η μέση απόδοση στην έκδοση το 2025 ήταν ακόμα χαμηλότερη, καθώς δεν υπήρχε η επίπτωση του Μεσανατολικού, με 3,1% για τα senior ομόλογα και 5,8%, αντίστοιχα, για τα ομόλογα χαμηλότερης εξοφλητικής κατηγορίας. Το 2024, όμως, πριν από τις τελευταίες αναβαθμίσεις, οι αποδόσεις ήταν ακόμα υψηλότερες, στα 4,3% και 6,2% αντίστοιχα.
Ομόλογα 2,3 δισ. ευρώ φέτος και συνολικά 23,8 δισ. ευρώ
Στο μεταξύ, οι σημαντικές ελληνικές τράπεζες συνέχισαν να εκδίδουν ομόλογα φέτος, τόσο υψηλής (senior) όσο και χαμηλής (subordinated) εξοφλητικής προτεραιότητας. Έχουν εκδώσει μέχρι τώρα φέτος 1,4 δισ. ευρώ ομόλογα πρώτης εξοφλητικής προτεραιότητας και 0,9 δισ. ευρώ χαμηλότερης αντίστοιχα. Συνολικά υπολογίζεται ότι εκδόθηκαν μέχρι τώρα τραπεζικά ομόλογα 2,3 δισ. ευρώ φέτος.
Αυτή η δραστηριότητα έρχεται να προστεθεί σε εκδόσεις συνολικού ποσού 7,4 δισ. ευρώ το 2025 για όλες τις εκδόσεις συνολικά και από τις μικρότερες τράπεζες. Συμπερασματικά, οι ελληνικές τράπεζες, που ήδη επωφελούνται από το μειωμένο μέσο κόστος χρηματοδότησης, εστιάζουν στην άντληση κεφαλαίων για την κάλυψη των χρηματοδοτικών τους αναγκών και την τήρηση των υποχρεώσεών τους κατά MREL, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τις συνθήκες της αγοράς.
Ως συνέπεια των αναβαθμίσεων, όλες οι ελληνικές σημαντικές τράπεζες αξιολογούνται πλέον στην επενδυτική κατηγορία, τραπεζών με αξιολόγηση "ΒΒΒ". Αυτό παρέχει στήριξη εν μέσω αυξημένης αβεβαιότητας διεθνώς, με τις αποδόσεις των ομολόγων υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας των ελληνικών τραπεζών να μεταβάλλονται σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες των ευρωπαϊκών.
Σύμφωνα με στοιχεία από την έκθεση της ΤτΕ, οι ελληνικές τράπεζες από το έτος 2018 έχουν εκδώσει ομόλογα συνολικής αξίας περίπου 30 δισ. ευρώ. Πλέον, όμως, κάποια από αυτά έχουν λήξει και άλλα έχουν ανανεωθεί με νεότερες εκδόσεις που είχαν χαμηλότερα επιτόκια (κουπόνια). Η ΤτΕ υπολογίζει ότι συνολικά φθάνουν τώρα ποσό 23,8 δισ. ευρώ.
Από τα υφιστάμενα ομόλογα, περίπου 15,2 δισ. ευρώ αφορούν ομόλογα υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας (εκ των οποίων 5,5 δισ. ευρώ είναι εκδόσεις πράσινων ομολόγων) και περίπου 8,6 δισ. ευρώ αφορούν ομόλογα χαμηλής εξοφλητικής προτεραιότητας.
Αξιολογήσεις των οίκων
Το 2025 καταγράφηκαν αναβαθμίσεις από τους οίκους S&P (Ιανουάριος), Moody’s (Μάρτιος και Οκτώβριος), Fitch (Απρίλιος και Οκτώβριος) και Morningstar - DBRS (Μάρτιος και Απρίλιος).
Τον Ιανουάριο του 2026 ο οίκος S&P αναβάθμισε τις προοπτικές για τις ελληνικές σημαντικές τράπεζες σε θετικές, ως αποτέλεσμα των καλών επιδόσεων της ελληνικής οικονομίας και της βελτίωσης των προοπτικών των τραπεζών για την επίτευξη ενισχυμένης κερδοφορίας. Τον Μάρτιο, όμως, μετά την αύξηση των γεωπολιτικών εντάσεων, ο οίκος Moody’s μετέτρεψε τις προοπτικές για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα σε σταθερές, από θετικές.
Ωστόσο η Moody’s τόνισε στην αξιολόγηση ότι αναμένει τα θεμελιώδη μεγέθη των τραπεζών να παραμείνουν ισχυρά στο μεσοπρόθεσμο διάστημα και η ποιότητα του ενεργητικού να βελτιωθεί περαιτέρω εν μέσω ευνοϊκών μακροοικονομικών συνθηκών.
Συνολικά, ως αποτέλεσμα των ανωτέρω εξελίξεων, οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις για τις τέσσερις σημαντικές τράπεζες είναι εντός της επενδυτικής κατηγορίας, με τις βέλτιστες αξιολογήσεις να είναι στο "ΒΒΒ+", δηλαδή μία βαθμίδα χαμηλότερα από την κατηγορία Α.
Οι προοπτικές καταγράφονται στη γενική εικόνα θετικά πάντως. Η ενίσχυση της ανθεκτικότητας των ελληνικών τραπεζών έχει αναγνωριστεί τόσο σε επίσημες εκθέσεις θεσμικών φορέων όσο και στις εκθέσεις των οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης.
Επιπλέον, την εικόνα αυτή ενισχύουν τα αποτελέσματα της πανευρωπαϊκής άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress test) του 2025, οι οποίες επιβεβαιώνουν την ανθεκτικότητα των ελληνικών τραπεζών. Οι ελληνικές τράπεζες πέτυχαν, ακόμα και στο δυσμενές σενάριο για το οικονομικό περιβάλλον στην Ευρωζώνη, να διατηρούν επίπεδα ιδίων κεφαλαίων που υπερβαίνουν τις κανονιστικές απαιτήσεις και τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.