Της Ξανθής Γούναρη
Η Μιχαήλ Αραμπατζής Α.Β.Ε.Ε. (Ελληνική Ζύμη) εξελίσσεται σε ένα από τα πιο σταθερά αναπτυσσόμενα assets του χαρτοφυλακίου της Vivartia, με το CVC Capital Partners να μην δείχνει καμία διάθεση άμεσης αποεπένδυσης. Αντίθετα, σύμφωνα με πληροφορίες του Capital.gr, η επενδυτική στρατηγική παραμένει προσανατολισμένη στη μεγιστοποίηση της αξίας, καθώς τα οικονομικά μεγέθη συνεχίζουν να ενισχύονται σε όλα τα επίπεδα.
Η προσέγγιση του CVC εντάσσεται στο ευρύτερο μοντέλο λειτουργίας των διεθνών private equity funds, τα οποία συχνά διατηρούν συμμετοχές για 5 έως 8 χρόνια, επιλέγοντας προσεκτικά τόσο το timing εξόδου όσο και τον τελικό αγοραστή.
Έτσι, μετά την πώληση της Μπάρμπα Στάθης στην IDEAL Holdings έναντι 130 εκατ. ευρώ συν ανάληψη δανείων 45 εκατ. ευρώ από τον αγοραστή και τη μεταβίβαση της Δωδώνη στους αδελφούς Σαράντη με συνολικό τίμημα περί τα 200 εκατ. ευρώ, η προσοχή στρέφεται πλέον στα άλλα δύο μεγάλα assets του ομίλου: τη ΔΕΛΤΑ και τον κλάδο της εστίασης.
Ωστόσο, δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή καμία ενεργή διαδικασία πώλησης σε κανέναν από τους βασικούς κλάδους του χαρτοφυλακίου, ενώ σύμφωνα με ίδιες πληροφορίες εκτιμάται ότι μια πιθανή αποεπένδυση από την Ελληνική Ζύμη δεν αναμένεται πριν το 2027 – και πιθανότατα ακόμη αργότερα.
Η εταιρεία θεωρείται από τα πιο ισχυρά χαρτιά του ομίλου, γεγονός που ενισχύει την επιλογή διακράτησης μέχρι να επιτευχθεί υψηλότερη αποτίμηση.
Τα νούμερα που εξηγούν την υπομονή
Οι τελευταίες δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις της Ελληνικής Ζύμης στην οποία διατηρεί 25% ο ιδρυτής της, Μιχάλης Αραμπατζής, επιβεβαιώνουν τη σταθερά ανοδική πορεία της εταιρείας, τόσο σε επίπεδο κερδοφορίας όσο και διεθνούς παρουσίας.
Το EBITDA διαμορφώθηκε στα 27,2 εκατ. ευρώ, αυξημένο κατά 7,1% σε σχέση με τα 25,4 εκατ. ευρώ του 2024. Οι προβλέψεις για το 2026 ανεβάζουν τη λειτουργική κερδοφορία στην περιοχή των 30 έως 32 εκατ. ευρώ, εφόσον συνεχιστεί η τρέχουσα αναπτυξιακή πορεία.
Με βάση τις ίδιες πηγές, η εταιρεία αποτιμάται σήμερα σε επίπεδα άνω των 400 εκατ. ευρώ, ενώ σε ορίζοντα διετίας η αποτίμηση θα μπορούσε να πλησιάσει τα 460 εκατ. ευρώ.
Η διαφορά αυτή μεταφράζεται σε δυνητική υπεραξία 50–60 εκατ. ευρώ, στοιχείο που λειτουργεί ως βασικό επιχείρημα υπέρ της αναμονής για το fund.
Ανάπτυξη και υποδομές
Σε κάθε πιθανή εξαγορά στον κλάδο τροφίμων, οι επενδυτές εξετάζουν δύο βασικούς παράγοντες: αν υπάρχει περιθώριο περαιτέρω ανάπτυξης και σε ποια κατάσταση βρίσκονται οι παραγωγικές υποδομές.
Η Ελληνική Ζύμη φαίνεται να απαντά θετικά και στα δύο μέτωπα. Ο κύκλος εργασιών αυξήθηκε το 2025 στα 162,1 εκατ. ευρώ από 152,6 εκατ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας άνοδο 6,2%. Παράλληλα, το μικτό περιθώριο κέρδους βελτιώθηκε στο 28% από 26,8%, ενώ για πρώτη φορά οι εξαγωγές ξεπέρασαν το 50% του συνολικού τζίρου.
Η ίδια η αγορά της κατεψυγμένης ζύμης συνεχίζει να κινείται με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, καθώς το 2025 κατέγραψε άνοδο 7,9% σε όγκο και 7,3% σε αξία. Πρόκειται για μια κατηγορία που εξακολουθεί να έχει διεθνή δυναμική, στοιχείο ιδιαίτερα κρίσιμο για κάθε στρατηγικό επενδυτή.
Στο μέτωπο των υποδομών, η εταιρεία έχει ήδη προχωρήσει σε σημαντικές επενδύσεις. Στη Βιομηχανική Περιοχή Θεσσαλονίκης ολοκληρώνεται ένα νέο μεγάλο ψυκτικό συγκρότημα, το οποίο αναμένεται να παραδοθεί το φθινόπωρο εφέτος. Η επένδυση αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου πλάνου που κινείται μεταξύ 5 και 10 εκατ. ευρώ ετησίως τα τελευταία τέσσερα χρόνια.
Για το 2026 έχει εγκριθεί επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 6,25 εκατ. ευρώ, το οποίο περιλαμβάνει νέες γραμμές παραγωγής, νέο τούνελ ψύξης και εγκατάσταση φωτοβολταϊκών συστημάτων.
Παράλληλα, τον Ιούλιο του 2025 η εταιρεία ενίσχυσε το αποτύπωμά της στην αγορά της Κρήτης μέσω της εξαγοράς της Trofognosia A.E., εταιρείας παραγωγής και εμπορίας κατεψυγμένων προϊόντων ζύμης με ιδιόκτητες εγκαταστάσεις στη ΒΙΠΕ Ηρακλείου.
Ηγετικό μερίδιο
Η Ελληνική Ζύμη συνεχίζει να ενισχύει το διεθνές της αποτύπωμα, αξιοποιώντας την εξαγωγική δυναμική του χαρτοφυλακίου της και την παρουσία της μέσω του brand "Elzymi" σε οργανωμένα δίκτυα λιανικής του εξωτερικού, όπως ο Καναδάς και επιλεγμένες ευρωπαϊκές αγορές.
Παράλληλα, αναπτύσσει σταθερά τη δραστηριότητα ιδιωτικής ετικέτας, η οποία λειτουργεί ως επιπλέον μοχλός αύξησης όγκων και διείσδυσης σε νέες αγορές.
Στην εγχώρια αγορά με το σήμα "Χρυσή Ζύμη" διατηρεί ηγετική θέση με μερίδιο 16,5% στα φύλλα ζύμης και 17,8% στα πιτάκια, και αυτό παρά την επιθετική ανάπτυξη των private label προϊόντων, τα οποία αυξήθηκαν κατά 13,2% σε όγκο.
Το μέρισμα και το μήνυμα προς την αγορά
Στον ισολογισμό του 2025, τα ίδια κεφάλαια υποχώρησαν στα 46,7 εκατ. ευρώ από 53,1 εκατ. ευρώ, ενώ ο τραπεζικός δανεισμός αυξήθηκε στα 30,1 εκατ. ευρώ.
Η βασική αιτία ήταν η διανομή μερίσματος ύψους 23,5 εκατ. ευρώ, ποσό υψηλότερο από τα καθαρά κέρδη του 2025, τα οποία διαμορφώθηκαν στα 17,1 εκατ. ευρώ μειωμένα έναντι των 25,7 εκατ. ευρώ του 2024, χρήση που ωστόσο περιελάμβανε έκτακτο κέρδος 10,6 εκατ. ευρώ από την πώληση συμμετοχής στην Ιωνική Σφολιάτα. Με δεδομένο ότι το CVC ελέγχει περίπου το 75% της εταιρείας, το fund εισέπραξε περί τα 17,6 εκατ. ευρώ από τη συγκεκριμένη διανομή.
Το ποσό αυτό προστίθεται στις δύο επιστροφές κεφαλαίου συνολικού ύψους 135 εκατ. ευρώ που πραγματοποιήθηκαν σε επίπεδο Vivartia μέσα σε διάστημα τεσσάρων μηνών.
Η εικόνα παραπέμπει σε ένα fund που διαχειρίζεται ενεργά το χαρτοφυλάκιό του, καθώς απολαμβάνει ισχυρές ταμειακές ροές, συνεχίζει επιλεκτικές επενδύσεις και περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να μεγιστοποιήσει την αξία εξόδου.
Το timing
Το διεθνές περιβάλλον παραμένει κρίσιμος παράγοντας για το χρονοδιάγραμμα μιας πιθανής αποεπένδυσης.
Η γεωπολιτική ένταση και η μεταβλητότητα στις τιμές ενέργειας και πρώτων υλών δημιουργούν συνθήκες αυξημένης αβεβαιότητας, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα τις αποτιμήσεις στον κλάδο τροφίμων.
Σε αυτό το περιβάλλον, ένας πωλητής χωρίς πίεση μπορεί να περιμένει καλύτερο timing, ενώ ένας αγοραστής συχνά επιχειρεί να ενσωματώσει discount λόγω ρίσκου.
Και προς το παρόν, οι οικονομικές επιδόσεις της Ελληνικής Ζύμης ενισχύουν αυτή τη στρατηγική. Αν το 2026 επιβεβαιώσει τη συνέχιση της αναπτυξιακής πορείας, τότε το CVC θα καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με ακόμη ισχυρότερα επιχειρήματα, όταν βεβαίως θεωρήσει ότι έχει έρθει η σωστή στιγμή.