Της Ελευθερίας Πιπεροπούλου
Δέκα χρόνια μετά την ίδρυση της Augmenta, ο Γιώργος Βαρβαρέλης περνά στην "άλλη πλευρά” του οικοσυστήματος και συνιδρύει τη Skybound Venture Capital μαζί με τη Θάλεια Μισαηλίδου — η οποία είχε πραγματοποιήσει την πρώτη επένδυση στην Augmenta μέσω της Marathon Venture Capital. Το νέο fund έχει ήδη συγκεντρώσει 38 εκατ. δολάρια, με σημαντική στήριξη να προέρχεται από το European Investment Fund μέσω του προγράμματος Equifund II, καθώς και από Έλληνες επενδυτές.
Στοχευμένο χαρτοφυλάκιο επενδύσεων
Το Skybound εστιάζει σε στάδια pre-seed και seed, με αρχικές επενδύσεις από 500.000 έως 2 εκατ. δολάρια, διατηρώντας κεφάλαια για follow-ons σε εταιρείες που ξεχωρίζουν.
Σύμφωνα με πληροφορίες του Capital.gr, στόχος της ομάδας δεν είναι το χτίσιμο ενός μεγάλου fund, αλλά η βελτιστοποίηση των αποδόσεων και η επίτευξη ουσιαστικού DPI για τους επενδυτές. Παράλληλα, η αμοιβή της ομάδας συνδέεται κυρίως με την απόδοση και όχι με τα management fees, ενώ το fund παραμένει ανοιχτό μόνο για περιορισμένο αριθμό επιπλέον επενδυτών εν όψει του τελικού κλεισίματος.
Σκόπιμα περιορισμένος θα είναι και ο αριθμός των επενδύσεων: "Η Skybound ακολουθεί μια στρατηγική υψηλής πεποίθησης, δουλεύοντας ενεργά δίπλα στους founders των εταιρειών στις οποίες επενδύει”, αναφέρουν οι ιδρυτές του fund στο Capital.gr.
Η πρώτη επένδυση και οι επόμενες κινήσεις
Η επενδυτική φιλοσοφία αποτυπώνεται ήδη στην πρώτη κίνηση του fund. Η Skybound ηγήθηκε γύρου χρηματοδότησης 7,5 εκατ. δολαρίων της Neurosoft Bioelectronics, spin-off του EPFL, που αναπτύσσει ελάχιστα επεμβατικά εγκεφαλικά εμφυτεύματα για την άμεση επικοινωνία εγκεφάλου και υπολογιστών.
Η Skybound επένδυσε $3,8 εκατ. στην εταιρεία, πριν την ακολουθήσουν αμερικανικά funds. Η Neurosoft ανακοίνωσε πρόσφατα στρατηγική συνεργασία με τη Science Corp., εταιρεία του συνιδρυτή της Neuralink, Max Hodak, ενώ στον γύρο συμμετείχαν επίσης τα αμερικανικά IAG Capital Partners και η Protocol Labs.
Όπως αναφέρουν οι δύο ιδρυτές της Skybound, πέρα από τη Neurosoft, το fund βρίσκεται ήδη κοντά στην ολοκλήρωση νέων επενδύσεων σε frontier technologies στην Ελλάδα και το εξωτερικό, οι οποίες θα ανακοινωθούν σύντομα.
Σε ποιους κλάδους εστιάζει
Η επενδυτική στρατηγική εστιάζει σε αυτό που η ομάδα ορίζει ως "πραγματικό deeptech”: πολύπλοκες τεχνολογίες που δημιουργούν ισχυρά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα, τόσο σε software όσο και hardware, σε τομείς όπως advanced computing, infrastructure, bioengineering και frontier technologies.
Σε ό,τι αφορά τη γεωγραφική στόχευση, η ομάδα επισημαίνει ότι το fund αξιοποιεί το φυσικό του πλεονέκτημα στην Ελλάδα και την ελληνική διασπορά, ωστόσο λειτουργεί εξαρχής με διεθνή στρατηγική, καθώς έχει τη δυνατότητα να επενδύει και σε εταιρείες του εξωτερικού. "Χτίζουμε στην Αθήνα μια διεθνή επενδυτική ομάδα, προσελκύοντας έμπειρους επενδυτές από μεγάλα τεχνολογικά hubs του εξωτερικού, αντιστρέφοντας εντελώς τη λογική του brain-drain”, επισημαίνουν.
Το Skybound δεν στοχεύει σε ακόμη ένα B2B SaaS εργαλείο, σε B2C εφαρμογές ή σε πλατφόρμες χωρίς ουσιαστικό τεχνολογικό υπόβαθρο. Αντίθετα, επικεντρώνεται σε ομάδες που αναπτύσσουν software και hardware με τη δυναμική να αλλάξουν ουσιαστικά τον τρόπο που λειτουργεί ο κόσμος. Η επενδυτική του στρατηγική εστιάζει σε frontier technologies, όπως advanced computing, AI infrastructure, robotics, bioengineering και next-generation βιομηχανικά συστήματα.
"Μας ενδιαφέρουν άνθρωποι με πραγματικό όραμα, τεχνικό βάθος και εμμονή με το πρόβλημα που προσπαθούν να λύσουν - είτε πρόκειται για exited founders, είτε για φοιτητές 22 ετών, είτε για διδακτορικούς ερευνητές που δουλεύουν πάνω στο ίδιο πρόβλημα εδώ και χρόνια”, αναφέρει η ομάδα.
Το success story της Augmenta
Η Augmenta λειτουργεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της επενδυτικής φιλοσοφίας που επιχειρεί να υπηρετήσει το Skybound. Η εταιρεία ξεκίνησε πριν από περίπου δέκα χρόνια στον κάμπο της Θεσσαλίας, όταν ένας νεαρός διδακτορικός φοιτητής ανέπτυσσε τεχνολογία υπολογιστικής όρασης που στη συνέχεια θα άλλαζε τον τρόπο με τον οποίο οι αγρότες διαχειρίζονται τις καλλιέργειές τους.
Στα πρώτα της βήματα, η Augmenta δεν ταίριαζε εύκολα στα καθιερωμένα επενδυτικά "κουτάκια”. Ο συνδυασμός hardware, αγροτεχνολογίας, έδρας στην ελληνική περιφέρεια και απουσίας προηγούμενης επιχειρηματικής εμπειρίας από τον ιδρυτή συνέθεταν ένα προφίλ που δεν θεωρούνταν προφανής επενδυτική ευκαιρία.
Η πρώτη επένδυση ήρθε μέσω της Θάλειας Μισαηλίδου από τη Marathon Venture Capital, με την εταιρεία να καταγράφει στη συνέχεια εντυπωσιακές αποδόσεις για τους πρώτους επενδυτές.
Πέντε χρόνια αργότερα, ήρθε ένα από τις σημαντικότερα exits του ελληνικού startup οικοσυστήματος: η Augmenta εξαγοράστηκε για πάνω από 110 εκατ. δολάρια από την CNH Industrial.
Ο Γιώργος Βαρβαρέλης παρέμεινε στην εταιρεία, αναλαμβάνοντας τη διοίκηση ομάδων τεχνολογίας εκατοντάδων ατόμων σε Ελλάδα και ΗΠΑ. Παράλληλα, η Θάλεια Μισαηλίδου, με εμπειρία από το τμήμα εξαγορών και συγχωνεύσεων της Merrill Lynch στο Λονδίνο και την Ευρώπη, ενίσχυσε περαιτέρω την επενδυτική της πορεία, συμμετέχοντας ως Principal σε ένα από τα πιο επιτυχημένα ελληνικά funds.
Προϊόντα σε περισσότερες από 15 χώρες
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Γιώργος Βαρβαρέλης μιλά για την πορεία του στην Augmenta, από την οποία αποχώρησε πρόσφατα. Όπως αναφέρει, δεν υπάρχει "σωστή στιγμή” για μια τέτοια απόφαση — υπάρχει απλώς η στιγμή που νιώθεις ότι ένας κύκλος έχει ολοκληρωθεί.
Η εταιρεία, όπως σημειώνει, ξεκίνησε "σε ένα χωράφι στο Περίβλεπτο της Μαγνησίας”, εξελίχθηκε σε οργανισμό με παρουσία σε τρεις χώρες και εντάχθηκε σε παγκόσμια δίκτυα διανομής μέσω της CNH. Σήμερα διαθέτει προϊόντα και υπηρεσίες σε χιλιάδες αγρότες σε περισσότερες από 15 χώρες.
"Αυτή τη στιγμή οι λύσεις της Augmenta είναι πιο διαδεδομένες από ποτέ και δεν θα μπορούσα να είμαι πιο περήφανος για όσα έχει πετύχει και συνεχίζει να πετυχαίνει η ομάδα”, σημειώνει χαρακτηριστικά.
Τα τρία βασικά διδάγματα της πορείας
Αναφερόμενος στην αποτίμηση της τελευταίας 12ετίας, ο ίδιος ξεχωρίζει τρία βασικά διδάγματα:
Πρώτον, ότι οι πιο επιτυχημένοι founders δεν δημιουργούν εταιρείες επειδή υπάρχει "μεγάλη αγορά”, αλλά επειδή η αγορά αυτή τους έχει σημαδέψει προσωπικά με κάποιο τρόπο.
Δεύτερον, ότι η άγνοια στα πρώτα στάδια μπορεί να λειτουργήσει ως "υπερδύναμη”. Όπως σημειώνει, αν γνώριζε το 2018 τη δυσκολία του να πουληθεί hardware σε αγρότες σε 15 χώρες, πιθανότατα δεν θα είχε ξεκινήσει.
Τρίτον, ότι το deep tech απέχει πολύ από το να είναι "glamorous”: απαιτεί ατελείωτες ώρες ανάπτυξης λογισμικού, δημιουργίας υποδομών και επίλυσης σύνθετων προβλημάτων που σπάνια είναι δημοφιλή. "Αλλά αυτά είναι που αλλάζουν τον κόσμο σε 30 ή 50 χρόνια”.
Το μήνυμα προς τους νέους founders
Κλείνοντας, ο Γιώργος Βαρβαρέλης επισημαίνει ότι δεν δίνει συμβουλές σε νέους ιδρυτές, καθώς κάθε διαδρομή είναι μοναδική. Ωστόσο, θα έλεγε αυτό που θα ήθελε να ακούσει ο ίδιος το 2012: "να βρει έναν πραγματικό λόγο για να ξεκινήσει μια startup”. "Όχι ‘θέλω να γίνω επιχειρηματίας’. Έναν λόγο τόσο βαθύ που θα σε κρατάει όρθιο τις νύχτες που όλη η λογική θα σου λέει να τα παρατήσεις. Αν δεν τον έχεις, μην ξεκινήσεις. Αν τον έχεις, ξεκίνα χθες”, καταλήγει.
Η δύναμη του ελληνικού οικοσυστήματος
Η Θάλεια Μισαηλίδου, απαντώντας στο ερώτημα για την αρχική επένδυση στην Augmenta σε μια περίοδο όπου "στα χαρτιά δεν έβγαζε νόημα”, σημειώνει ότι όταν γνώρισε τον Γιώργο Βαρβαρέλη είδε "έναν founder με εμμονή να λύσει ένα πραγματικό, τεράστιο πρόβλημα σε παγκόσμια κλίμακα”.
Όπως εξηγεί, η εταιρεία δεν εντασσόταν στα "κουτάκια” της εποχής, ωστόσο υπογραμμίζει ότι "ακριβώς εκεί συχνά δημιουργούνται οι μεγαλύτερες ευκαιρίες”.
Αναφερόμενη στο ευρύτερο οικοσύστημα, εκτιμά ότι η Ελλάδα μπορεί να παράγει πολύ περισσότερες επιτυχίες τύπου Augmenta, καθώς το ταλέντο υπάρχει, ιδιαίτερα σε engineers και επιστήμονες.
Ωστόσο, επισημαίνει ότι αυτό που ιστορικά έλειπε ήταν η παρουσία περισσότερου κεφαλαίου υψηλού ρίσκου και επενδυτών πρόθυμων να στηρίξουν ομάδες που χτίζουν δύσκολη τεχνολογία από το μηδέν.
"Σε κάθε περίπτωση, πιστεύω ότι μπορείς να βρεις underdogs on a mission παντού· δεν είναι γεωγραφικό το ζήτημα. Ψάχνουμε founders με τόσο βαθιά σύνδεση με αυτό που χτίζουν, που έχουν την υπομονή και την επιμονή να συνεχίσουν όταν όλοι οι υπόλοιποι σταματούν. Και συνήθως αυτοί είναι που τελικά αλλάζουν τον κόσμο”, καταλήγει.