Της Ελευθερίας Πιπεροπούλου
Σε συζητήσεις για δύο exits μέσα στους επόμενους 12 μήνες βρίσκεται η VentureFriends, του Απόστολου Αποστολάκη και του Γιώργου Δημόπουλου, την ώρα που το ελληνικό VC βρίσκεται σε φάση έντονης κινητικότητας και συγκέντρωσης κεφαλαίων για το τέταρτο fund του, μέσω του οποίου έχουν ήδη πραγματοποιηθεί επτά επενδύσεις.
Όπως σημείωσαν οι founding partners της VentureFriends -σε ενημερωτική συνάντηση με δημοσιογράφους- η έλλειψη exits δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, αλλά μια ευρύτερη ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Την ίδια στιγμή, το VC έχει μετατοπίσει σταδιακά το επενδυτικό του βάρος προς το εξωτερικό, αναζητώντας πιο φιλόδοξες ομάδες και αγορές με βαθύτερο οικοσύστημα.
Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι η ίδια η VentureFriends έχει αποκτήσει πλέον σαφώς πιο διεθνή χαρακτηριστικά. Η ομάδα της αριθμεί σήμερα 10 άτομα, εκ των οποίων πέντε βρίσκονται στην Αθήνα, τρία στο Λονδίνο, ένα στη Βαρσοβία και ένα στη Βαρκελώνη, στοιχείο που αποτυπώνει στην πράξη τη στρατηγική εξωστρέφειας που ακολουθεί τα τελευταία χρόνια.
Τα πρώτα funds
Η VentureFriends έκανε τα πρώτα της βήματα το 2016, όταν σήκωσε το πρώτο της fund ύψους 20 εκατ. ευρώ από περίπου 40 ιδιώτες επενδυτές. Από εκείνο το πρώτο όχημα προέκυψαν 20-22 επενδύσεις, ανάμεσά τους και εταιρείες όπως η Blueground και η InstaShop, με την τελευταία να έχει ήδη οδηγήσει σε exit.
Όπως ανέφεραν οι founding partners, το πρώτο fund δημιουργήθηκε με διπλή αφετηρία: αφενός την κάλυψη ενός κενού στην αγορά αφετέρου την προσωπική ανάγκη των ίδιων, ως επιχειρηματίες, να στηρίξουν νέους founders στα πρώτα τους βήματα.
Το δεύτερο fund ήρθε το 2018, μέσω του EquiFund, με μέγεθος 50 εκατ. ευρώ και 22 επενδύσεις. Σε εκείνη τη φάση, όπως σημείωσαν, έγινε πιο ξεκάθαρο ότι το ελληνικό οικοσύστημα δεν διαθέτει ακόμη το βάθος που απαιτείται για να στηρίξει μεγαλύτερο αριθμό επενδύσεων, γεγονός που οδήγησε σταδιακά σε ακόμη πιο έντονη διεθνή κατεύθυνση.
Το 2021 δημιουργήθηκε το τρίτο fund, ύψους 100 εκατ. ευρώ, με τη συμμετοχή του European Investment Fund (EIF), της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας Επενδύσεων (EATE) και της Mubadala -το κρατικό επενδυτικό ταμείο (sovereign wealth fund) του Άμπου Ντάμπι- η οποία πραγματοποίησε την πρώτη της επένδυση στην Ελλάδα.

Το τρίτο fund, όπως το περιγράφουν οι founding partners, είναι το πιο αντιπροσωπευτικό του επενδυτικού τους μοντέλου. Συνολικά έχουν πραγματοποιηθεί 25 επενδύσεις, εκ των οποίων μόνο τέσσερις στην Ελλάδα, ενώ οι υπόλοιπες βρίσκονται κυρίως στην Ευρώπη και μία στη Μέση Ανατολή. Οι εταιρείες του χαρτοφυλακίου βρίσκονται πλέον σε πιο ώριμα στάδια, με αρκετές να έχουν ήδη ξεπεράσει τα 20 εκατ. ευρώ σε έσοδα.
Το τέταρτο fund, ύψους 80-90 εκατ. ευρώ
Σήμερα η VentureFriends βρίσκεται σε φάση συγκέντρωσης κεφαλαίων για το τέταρτο fund της. Το πρώτο closing έχει ήδη ολοκληρωθεί, ενώ το δεύτερο αναμένεται τον Σεπτέμβριο, με στόχο τα 80-90 εκατ. ευρώ. Στο νέο επενδυτικό σχήμα αναμένεται να συμμετέχουν ως βασικοί επενδυτές το EIF, η Mubadala και η EATE, ενώ κεφάλαια έχουν τοποθετήσει επίσης family offices και ιδιώτες επενδυτές.
Ήδη έχουν πραγματοποιηθεί επτά επενδύσεις, εκ των οποίων δύο στην Ελλάδα, σε τομείς B2C, οι οποίες αναμένεται να ανακοινωθούν επίσημα το προσεχές διάστημα. Μεταξύ των επενδύσεων ξεχωρίζουν η ουγγρική Kodesage, μια enterprise λύση που βοηθά ομάδες μηχανικών λογισμικού να κατανοούν γρήγορα σύνθετα software projects και να εκσυγχρονίζουν legacy συστήματα, καθώς και η ισπανική Valeria HR, η οποία δραστηριοποιείται στην αυτοματοποίηση διαδικασιών μισθοδοσίας και κοινωνικής ασφάλισης, έχοντας ήδη φτάσει σε έσοδα της τάξης των 700 χιλ. ευρώ.
Επενδυτική στρατηγική
Η επενδυτική στρατηγική του fund παραμένει σταθερά προσανατολισμένη σε pre-seed και seed στάδια, με tickets από 500 χιλ. έως 1,5–2 εκατ. ευρώ, ενώ η VentureFriends παραμένει sector agnostic, με τοποθετήσεις κυρίως σε fintech, proptech, energy και B2C εφαρμογές.
Η ομάδα εξετάζει 300-400 startups κάθε μήνα, με στόχο περίπου 15 νέες επενδύσεις τα επόμενα 2-3 χρόνια και περίπου το 25% του χαρτοφυλακίου να αφορά ελληνικές εταιρείες.
Οι προκλήσεις του ελληνικού οικοσυστήματος
Όπως σημείωσαν οι founding partners, οι πιο δυνατές ομάδες founders σπάνια επιλέγουν την Ελλάδα ως αφετηρία για να χτίσουν μια εταιρεία με διεθνείς προδιαγραφές, καθώς οι μεγαλύτερες αγορές του εξωτερικού προσφέρουν ευκολότερη πρόσβαση σε κεφάλαια, ταχύτερη ανάπτυξη και σημαντικά μεγαλύτερες προοπτικές κλιμάκωσης. Σε αρκετές περιπτώσεις, η Ελλάδα έρχεται στο προσκήνιο σε μεταγενέστερο στάδιο, όταν πλέον μια εταιρεία έχει αποκτήσει μεγάλο μέγεθος και επιδιώκει να επεκτείνει περαιτέρω το αποτύπωμά της.
Αναφερόμενοι στις ευρύτερες συνθήκες της αγοράς, υπογράμμισαν ακόμη ότι τα τελευταία δύο χρόνια καταγράφεται μια σημαντική αναπροσαρμογή στις αποτιμήσεις των startups, με την περίοδο των υπερβολικά υψηλών valuations να έχει σε μεγάλο βαθμό παρέλθει, οδηγώντας και σε μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση γύρω από τα unicorns, δηλαδή τις εταιρείες με αποτίμηση άνω του 1 δισ. δολαρίων.
Παρά τις προκλήσεις αυτές, εκτιμούν ότι το ελληνικό startup οικοσύστημα συνεχίζει να ωριμάζει και να παρουσιάζει σαφή σημάδια προόδου, αν και, όπως ανέφεραν, εξακολουθεί να λείπει σε μεγάλο βαθμό το ανθρώπινο δυναμικό με ισχυρές διεθνείς παραστάσεις, στοιχείο που θεωρούν κρίσιμο για την επόμενη φάση ανάπτυξής του.