Του Στάθη Βασιλόπουλου
Στην κορυφή της Πάρνηθας, εκεί όπου η Αθήνα μοιάζει από μακριά με φωτισμένη μακέτα κάτω από το σκοτάδι, το Μον Παρνές μπαίνει πλέον σε αντίστροφη μέτρηση για την επόμενη ημέρα του. Για περισσότερες από έξι δεκαετίες υπήρξε κάτι περισσότερο από ένα κτίριο. Υπήρξε δημοφιλής προορισμός, σύμβολο και κομμάτι της κοσμικής μνήμης της Αθήνας.
Πλέον, όμως, το ιστορικό καζίνο ετοιμάζεται να αφήσει πίσω του την Πάρνηθα και να μεταφερθεί στα Βόρεια Προάστια, στη συμβολή των λεωφόρων Κηφισίας και Σπύρου Λούη, απέναντι από το Golden Hall. Η μετεγκατάστασή του δεν αποτελεί απλώς αλλαγή διεύθυνσης, αλλά μια μετάβαση με έντονο συμβολισμό: από το απομονωμένο, σχεδόν μυθικό βουνό, στον πυκνό αστικό ιστό του Αμαρουσίου. Και από την παλιά κοσμική Αθήνα, στη νέα εποχή της φιλοξενίας, της ψυχαγωγίας και των μεγάλων τουριστικών επενδύσεων.
Το νέο κεφάλαιο γράφεται στο Μαρούσι, μέσω του Project Voria. Με φορέα ανάπτυξης τη North Star Entertainment, το έργο αποτελεί επένδυση ύψους περίπου 380 εκατ. ευρώ και φιλοδοξεί να δημιουργήσει έναν νέο πόλο φιλοξενίας, ψυχαγωγίας και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων στα Βόρεια Προάστια. Το συγκρότημα θα περιλαμβάνει πεντάστερο ξενοδοχείο, υπό τη διαχείριση της MGallery Collection του ομίλου Accor, με 170 δωμάτια και σουίτες, spa, χώρους εστίασης και αναψυχής, πισίνα, συνεδριακές υποδομές και αμφιθέατρο. Στον ίδιο χώρο θα στεγαστεί και το νέο καζίνο, με 60 τραπέζια παιγνίων, 1.200 slot machines, VIP αίθουσες, εστιατόρια και μπαρ.
Με τη λειτουργία του Voria στο Κτήμα Δηλαβέρη στο Μαρούσι, που τοποθετείται χρονικά σε περίπου δύο χρόνια, το ιστορικό ακίνητο της Πάρνηθας θα περάσει σε νέα φάση, αφήνοντας πίσω του τη δραστηριότητα που σφράγισε τη νεότερη ιστορία του. Και αυτό είναι πλέον το μεγάλο ερώτημα: τι θα γίνει το Μον Παρνές όταν το καζίνο κατέβει από το βουνό;
Μετά την αποχώρηση του καζίνο, το κτιριακό συγκρότημα επιστρέφει στην ΕΤΑΔ, η οποία καλείται να διαμορφώσει το πλαίσιο της επόμενης αξιοποίησης. Ήδη προβλέπεται η ανακατασκευή του Πύργου Μυλωνά και η αποκατάσταση του φυσικού τοπίου στη θέση όπου βρίσκεται σήμερα το ιστορικό Μον Παρνές, με έργα προϋπολογισμού περίπου 19 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, για μία πενταετία από την έναρξη λειτουργίας του καζίνο στο Μαρούσι, η North Star Entertainment θα ενισχύει οικονομικά δράσεις προστασίας και ανάδειξης του Εθνικού Δρυμού Πάρνηθας, καθώς και εργασίες συντήρησης του τελεφερίκ.
Το κτίριο και το τελεφερίκ θα αποδοθούν στην ΕΤΑΔ και στην τοπική αυτοδιοίκηση, με την εταιρεία να έχει ήδη ξεκινήσει την αποτίμηση των δυνατοτήτων αξιοποίησης του ακινήτου. Μετά την ολοκλήρωση της σχετικής μελέτης και την καταγραφή του επενδυτικού ενδιαφέροντος, στόχος είναι έως το 2028 να έχουν διαμορφωθεί οι προδιαγραφές για διαγωνιστική διαδικασία ανάδειξης αναδόχου.
Η αξιοποίηση, ωστόσο, δεν είναι απλή άσκηση real estate. Το Μον Παρνές βρίσκεται στην καρδιά ενός προστατευόμενου φυσικού περιβάλλοντος, γεγονός που αποκλείει κάθε σκέψη για βαριά ανάπτυξη ή εκτεταμένες επεμβάσεις. Η όποια νέα χρήση θα πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα στην οικονομική βιωσιμότητα, την ιστορική μνήμη, την αρχιτεκτονική ταυτότητα και την περιβαλλοντική προστασία.
Μια ιστορία 65 χρόνων
Η ιστορία του Μον Παρνές ξεκινά στα τέλη της δεκαετίας του 1950, μέσα στο μεταπολεμικό όραμα μιας Ελλάδας που αναζητούσε ανάπτυξη, εξωστρέφεια και τουριστική ταυτότητα. Το πολυτελές ξενοδοχείο σχεδιάστηκε από τον Παύλο Μυλωνά, έναν από τους σημαντικούς Έλληνες αρχιτέκτονες του μοντερνισμού, με στόχο να δημιουργηθεί ένας χειμερινός προορισμός υψηλών προδιαγραφών κοντά στην Αθήνα. Το κτίριο ανεγέρθηκε στο Μαυροβούνι της Πάρνηθας, σε ένα σημείο με πανοραμική θέα, όπου η αρχιτεκτονική φιλοδοξούσε να συνομιλήσει με το φυσικό τοπίο.
Το ξενοδοχείο άνοιξε τις πύλες του το 1961, με εγκαίνια αντάξια των προσδοκιών της εποχής. Πολιτικοί, καλλιτέχνες, προσωπικότητες της κοσμικής Αθήνας και ξένοι προσκεκλημένοι έδωσαν το "παρών" σε ένα γεγονός που έμοιαζε να προαναγγέλλει μια νέα τουριστική εποχή. Στους εσωτερικούς χώρους, έργα σημαντικών Ελλήνων καλλιτεχνών έδιναν στο συγκρότημα την αύρα ενός ζωντανού μουσείου. Ωστόσο το φιλόδοξο ξενοδοχειακό εγχείρημα δεν κατάφερε να αποκτήσει την απήχηση που είχε σχεδιαστεί. Η απόσταση, οι δυσκολίες πρόσβασης και η περιορισμένη ζήτηση έφεραν γρήγορα οικονομικά προβλήματα.
Η μεγάλη στροφή ήρθε το 1971, όταν το Μον Παρνές μετατράπηκε σε καζίνο. Από εκείνη τη στιγμή η τύχη του κτιρίου άλλαξε. Το συγκρότημα έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σημεία της αθηναϊκής νύχτας, ένας χώρος με αυστηρό dress code, ελεγχόμενη είσοδο και ατμόσφαιρα που συνδύαζε πολυτέλεια, προσμονή και μυστήριο. Από τα σαλόνια του πέρασαν επιχειρηματίες, πολιτικοί, καλλιτέχνες, εφοπλιστές, άνθρωποι της υψηλής κοινωνίας, αλλά και Αθηναίοι που ήθελαν να ζήσουν, έστω για μια βραδιά, την αίσθηση μιας διαφορετικής εξόδου.
Έναν χρόνο αργότερα το τελεφερίκ ήρθε να συμπληρώσει τον μύθο. Η διαδρομή πάνω από τις πλαγιές της Πάρνηθας δεν ήταν απλώς μέσο μεταφοράς. Ήταν μέρος της εμπειρίας. Η άνοδος μέσα στη νύχτα, η πόλη που απομακρυνόταν, το φως του καζίνο στην κορυφή, όλα συνέθεταν μια εικόνα που δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει αλλού.
Όμως οι εποχές αλλάζουν. Η λάμψη ξεθώριασε και το μοντέλο λειτουργίας που άλλοτε στήριξε το Μον Παρνές άρχισε σταδιακά να χάνει τη δυναμική του. Το Μον Παρνές πλήρωσε την απομόνωσή του, τη φθορά του χρόνου, τις απαιτήσεις συντήρησης ενός δύσκολου κτιριακού συγκροτήματος και, βέβαια, τις συνέπειες του σεισμού του 1999, που επιβάρυνε σημαντικά τις υποδομές του. Η είσοδος της Regency Entertainment στη διαχείριση του καζίνο σηματοδότησε μια νέα επιχειρησιακή περίοδο, ωστόσο η μεγάλη απόφαση είχε πλέον ωριμάσει και αφορούσε τη μετεγκατάστασή του στην Πάρνηθα.
* Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Κεφάλαιο"