Της Ελευθερίας Κούρταλη
Ο επανυπολογισμός των τόκων στα δάνεια του νόμου Κατσέλη είναι διαχειρίσιμος για τις τέσσερις ελληνικές συστημικές τράπεζες, όπως επισημαίνει η Moody’s, συνεπώς δεν αλλάζει τις αξιολογήσεις τους καθώς και τις εκτιμήσεις της για τις προοπτικές τους.
Ειδικότερα, όπως σημειώνει η Moody’s, στις 24 Ιουνίου, το ελληνικό κοινοβούλιο επικύρωσε μια νομοθετική τροποποίηση που ορίζει ότι οι τόκοι των στεγαστικών δανείων που αναδιαρθρώνονται βάσει του Νόμου Κατσέλη (3869/2010) πρέπει να υπολογίζονται στη μηνιαία δόση και όχι στο συνολικό ανεξόφλητο κεφάλαιο. Η διάταξη εφαρμόζεται αναδρομικά και αντιμετωπίζει τους υπερ-πληρωμένους τόκους που έχουν πληρώσει οι δανειολέπτες ως ήδη καταβληθέντα κεφάλαια, μειώνοντας τα υπόλοιπα και μειώνοντας τα χρονοδιαγράμματα αποπληρωμής. Η επικύρωση έρχεται μετά από απόφαση του Αρείου Πάγου επί του θέματος τον Φεβρουάριο.
Ο οίκος επισημαίνει πως η κυβέρνηση εκτιμά το συνολικό κόστος για τις τέσσερις συστημικά σημαντικές τράπεζες της Ελλάδας – Eurobank, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Τράπεζα Πειραιώς και Alpha Bank, – σε περίπου 700 εκατομμύρια ευρώ.
Το ποσό περιλαμβάνει περίπου 500 εκατομμύρια ευρώ διαφυγόντων μελλοντικών εσόδων από τόκους σε περίπου 16,5 δισεκατομμύρια ευρώ αναδιαρθρωμένων στεγαστικών δανείων σε ορίζοντα 20 ετών και 200 εκατομμύρια ευρώ αναδρομικής αναγνώρισης υπερπληρωμένων τόκων.
Η Moody’s σημειώνει πως το κόστος είναι διαχειρίσιμο για τις τράπεζες και δεν μεταβάλλει την άποψή της για το πιστωτικό τους προφίλ, τη φερεγγυότητα ή την πορεία της κερδοφορίας τους.
Τα 500 εκατ. ευρώ διαφυγόντων μελλοντικών εσόδων από τόκους θα απορροφηθούν από το σχέδιο "Ηρακλής" προκειμένου να χρηματοδοτηθούν τυχόν υπο-πληρωμές δανείων του Νόμου Κατσέλη και, ως εκ τούτου, να αποφευχθεί οποιαδήποτε επίπτωση στην εξυπηρέτηση των κρατικά εγγυημένων ομολογιών (senior notes) που κατέχουν οι τέσσερις τράπεζες. Τα υπόλοιπα 200 εκατ. ευρώ θα κατανεμηθούν περίπου ισόποσα μεταξύ των τραπεζών και των servicers, χωρίς δημοσιονομικό κόστος για την κυβέρνηση.
Η Moody’s αναμένει ότι οι τέσσερις τράπεζες θα προβούν σε πρόσθετες εφάπαξ προβλέψεις στα αποτελέσματα του τρίτου τριμήνου του 2026 για να καλύψουν το μερίδιό τους στο κόστος. Η συνολική άμεση επίπτωση είναι μέτρια σε σύγκριση με τα συνολικά προ προβλέψεων έσοδα, τα οποία ξεπέρασαν τα 6,5 δισ. ευρώ το 2025, όπως επισημαίνει.
Επιπλέον, προσθέτει ο οίκος, το κόστος θα μπορούσε να αντισταθμιστεί από τα υπάρχουσα αποθέματα προβλέψεων και είναι επίσης εντός του κεφαλαιακού τους περιθωρίου έναντι των απαιτήσεων της Διαδικασίας Εποπτικού Ελέγχου και Αξιολόγησης (SREP). Οι τράπεζες ανέφεραν δείκτες κεφαλαίων CET1 μεταξύ 13% και 17% στα αποτελέσματα α’ τριμήνου του 2026, με τα αποθέματα διαχείρισης να απορροφούν άνετα ένα τέτοιο μεμονωμένο γεγονός.
Η Moody’s τονίζει πως τρεις διαρθρωτικοί παράγοντες υποστηρίζουν την αξιολόγησή της:
Πρώτον, η πλειονότητα των στεγαστικών δανείων που προστατεύονται από τον νόμο Κατσέλη αφαιρέθηκαν από τους ισολογισμούς των τραπεζών μέσω τιτλοποιήσεων του "Ηρακλής" κατά τη διάρκεια του 2019-2020, αφήνοντας μόνο ένα μικρό απόθεμα άμεσα εκτεθειμένο στον επανυπολογισμό.
Δεύτερον, η διατηρούμενη έκθεση των τραπεζών στις σχετικές τιτλοποιήσεις συγκεντρώνεται σε senior ομόλογα με κρατική εγγύηση, η οποία τις προστατεύει από την οικονομική ζημία που απορροφάται τώρα σε επίπεδο "Ηρακλή". Τα mezzanine και οι junior τίτλοι, οι οποίοι φέρουν το μεγαλύτερο μέρος του κινδύνου ταμειακών ροών, βρίσκονται σε τρίτους επενδυτές.
Και τρίτον, η αναδρομική "ευθύνη" των τραπεζών περιορίζεται μεταξύ Αυγούστου 2010 και της ημερομηνίας τιτλοποίησης – ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα κατά το οποίο τα δάνεια εξακολουθούσαν να διαχειρίζονται εντός ισολογισμού.
Ταυτόχρονα, η Moody’s σημειώνει πως βλέπει τρεις πιθανούς κινδύνους που θα παρακολουθεί στενά:
Τον κίνδυνο δικαστικής διαμάχης εάν η άρνηση τις επιστροφή χρημάτων σε δανειολήπτες με ολοκληρωμένες ή αθετημένες ρυθμίσεις αμφισβητηθεί επιτυχώς στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Τον κίνδυνο σύγκρισης εάν οι δανειολήπτες στο πλαίσιο του Εξωδικαστικού Μηχανισμού ή διμερών αναδιαρθρώσεων επικαλεστούν την απόφαση μέσω πιλοτικών υποθέσεων, επεκτείνοντας την περίμετρο πέρα από το αρχικό κονδύλι των 700 εκατομμυρίων ευρώ.
Τον κίνδυνο προσδιορισμού του πεδίου εφαρμογής στο κενό μεταξύ της εκτίμησης της κυβέρνησης για τα 700 εκατ. ευρώ και των εκτιμήσεων του κλάδου έως και 1,3 δισ. ευρώ (βάσει μελέτης που εκπόνησε η KPMG), το οποίο θα μπορούσε να διευρύνει το μερίδιο των τραπεζών μόλις αναδιατυπωθούν τα business plans του Ηρακλή.
Όπως καταλήγει ο οίκος, κανένας από αυτούς τους κινδύνους δεν περιλαμβάνεται στο βασικό του σενάριο. Εάν υλοποιηθούν αυτοί οι κίνδυνοι, θα επανεξετάσει την αξιολόγησή του σχετικά με την επίδραση στα πιστωτικά προφίλ των τεσσάρων συστημικών τραπεζών.