Της Ξανθής Γούναρη
Μια ανάσα από τον διπλασιασμό των πωλήσεών της μέσα σε μόλις τρία χρόνια βρίσκεται η Saint Laurent Greece, καθώς ο γαλλικός οίκος πολυτελείας ενισχύει σταδιακά την παρουσία του στην ελληνική αγορά.
Από την Ψαρού στην Αθηναϊκή Ριβιέρα
Από το ένα κατάστημα στο Nammos Village της Μυκόνου, με το οποίο ξεκίνησε την πορεία του στη χώρα, η Saint Laurent πέρασε τον Μάιο του 2024 και στην Astir Marina της Βουλιαγμένης. Το 2025 ήταν έτσι η πρώτη πλήρης οικονομική χρήση με δύο σημεία πώλησης και ταυτόχρονα η καλύτερη μέχρι σήμερα σε επίπεδο τζίρου.

Ο κύκλος εργασιών της Saint Laurent Greece ανήλθε στα 8,36 εκατ. ευρώ, από 5,62 εκατ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας άνοδο σχεδόν 49%. Σε σύγκριση με το 2022, την πρώτη πλήρη δωδεκάμηνη χρήση μετά τη σύσταση της εταιρείας τον Μάιο του 2021, οι πωλήσεις έχουν αυξηθεί κατά 80,5%, από 4,63 εκατ. ευρώ.
Πίσω από τους αριθμούς βρίσκεται η αλλαγή κλίμακας της ελληνικής δραστηριότητας: από μια παρουσία συνδεδεμένη με την εποχική αγορά πολυτελείας της Μυκόνου, σε ένα δίκτυο που απέκτησε δεύτερο πόλο στην Αθηναϊκή Ριβιέρα.
10% του τζίρου το ενοίκιο στη Μύκονο, 8% στη Βουλιαγμένη
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι όροι μίσθωσης των δύο καταστημάτων. Το κόστος παρουσίας της Saint Laurent σε δύο από τα ακριβότερα εμπορικά σημεία της χώρας συνδέεται απευθείας με τον τζίρο τους.
Τα μισθώματα των δύο καταστημάτων είναι συνδεδεμένα με τις πωλήσεις. Για το κατάστημα στο Nammos Village, η συμφωνία προβλέπει ετήσιο μίσθωμα ίσο με 10% του τζίρου, ενώ στην Astir Marina το αντίστοιχο ποσοστό έχει οριστεί στο 8%.
Πρόκειται για ένα μοντέλο στο οποίο το κόστος του ακινήτου ακολουθεί την εμπορική επίδοση: όσο αυξάνονται οι πωλήσεις κάθε boutique, αυξάνεται και το μίσθωμα. Το ακριβές ποσό που καταβάλλεται για καθένα από τα δύο σημεία δεν μπορεί να υπολογιστεί από τις δημοσιευμένες καταστάσεις, καθώς η Saint Laurent Greece δεν γνωστοποιεί τζίρο ανά κατάστημα.
Ο τζίρος έτρεξε ταχύτερα από τα κέρδη
Η μεγάλη αύξηση των πωλήσεων στην Ελλάδα δεν πέρασε με την ίδια ένταση στην κερδοφορία.
Τα κέρδη προ φόρων διαμορφώθηκαν το 2025 σε 263,1 χιλ. ευρώ, από 221,9 χιλ. ευρώ το 2024, ενώ τα καθαρά κέρδη αυξήθηκαν στα 188,9 χιλ. ευρώ, έναντι 158 χιλ. ευρώ. Η άνοδος της τελευταίας γραμμής περιορίστηκε έτσι περίπου στο 19,6%, αισθητά χαμηλότερα από τον ρυθμό ανάπτυξης των πωλήσεων.
Η πίεση στα περιθώρια αποτυπώνεται και στους δείκτες που παραθέτει η ίδια η εταιρεία. Τα κέρδη προ τόκων και φόρων αντιστοιχούσαν στο 3,46% των πωλήσεων το 2025, από 4,64% το 2024.

Ο λογαριασμός της ανάπτυξης
Μέρος της εξήγησης βρίσκεται στην πλευρά του κόστους. Το κόστος πωληθέντων αυξήθηκε στα 5,70 εκατ. ευρώ, από 4,07 εκατ. ευρώ το 2024. Τα έξοδα διοίκησης έφτασαν τα 1,13 εκατ. ευρώ, από 845,9 χιλ. ευρώ, ενώ τα έξοδα διάθεσης ανέβηκαν στα 1,33 εκατ. ευρώ, έναντι 841,1 χιλ. ευρώ. Συνολικά, οι τρεις αυτές κατηγορίες δαπανών διαμορφώθηκαν σε περίπου 8,17 εκατ. ευρώ, από 5,75 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρήση.
Το μεγαλύτερο λειτουργικό αποτύπωμα φαίνεται και στα πάγια, με την καθαρή αξία των ενσώματων παγίων να ανέρχεται στο τέλος του 2025 σε περίπου 2,10 εκατ. ευρώ.
Στο ταμείο υπήρχαν 1,36 εκατ. ευρώ, από 1,78 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2024, ενώ τα αποθέματα διαμορφώθηκαν σε 1,09 εκατ. ευρώ. Οι εμπορικές και λοιπές απαιτήσεις μειώθηκαν στα 875,6 χιλ. ευρώ, από 1,31 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, τα ίδια κεφάλαια ενισχύθηκαν στα 889 χιλ. ευρώ, έναντι περίπου 700 χιλ. ευρώ, ενώ οι συνολικές υποχρεώσεις περιορίστηκαν στα 4,55 εκατ. ευρώ, από 5,52 εκατ. ευρώ το 2024. Για τη χρήση του 2025 η διοίκηση δεν προτείνει διανομή μερίσματος.
Πάνω από 830.000 ευρώ πωλήσεις ανά εργαζόμενο
Ένας διαφορετικός αριθμός δίνει το μέτρο της οικονομικής κλίμακας που έχει αποκτήσει η Saint Laurent Greece.
Ο μέσος αριθμός προσωπικού που απασχολήθηκε στην εταιρεία κατά τη διάρκεια του 2025 ήταν 10 εργαζόμενοι.
Με κύκλο εργασιών 8,36 εκατ. ευρώ, οι πωλήσεις αντιστοιχούν σε περίπου 836.000 ευρώ ανά εργαζόμενο.
Πίσω από την ελληνική θυγατρική, ένας όμιλος 14,7 δισ. ευρώ
Η Saint Laurent Greece ελέγχεται κατά 100% από την Kering Holland N.V. και αποτελεί την ελληνική παρουσία ενός από τους μεγαλύτερους ομίλους της παγκόσμιας βιομηχανίας πολυτελείας.
Ο Yves Saint Laurent ίδρυσε τον ομώνυμο οίκο μαζί με τον Pierre Bergé το 1961, ενώ το 1999 ο Saint Laurent εντάχθηκε στον όμιλο που σήμερα γνωρίζουμε ως Kering. Τότε ο όμιλος ονομαζόταν Pinault-Printemps-Redoute και βρισκόταν στη διαδικασία της μεγάλης στροφής του από το λιανεμπόριο προς την πολυτέλεια.
Σήμερα στο χαρτοφυλάκιό του βρίσκονται, μεταξύ άλλων, οι Gucci, Saint Laurent, Bottega Veneta, Balenciaga, McQueen και Brioni, καθώς και οι οίκοι κοσμημάτων Boucheron και Pomellato.
Το 2025 η Kering πραγματοποίησε έσοδα 14,68 δισ. ευρώ, μειωμένα κατά 13% σε δημοσιευμένη βάση, ενώ τα επαναλαμβανόμενα λειτουργικά κέρδη της περιορίστηκαν στα 1,63 δισ. ευρώ.
Ο οίκος Yves Saint Laurent έκλεισε τη χρονιά με κύκλο εργασιών 2,64 δισ. ευρώ, μειωμένο κατά 8% σε δημοσιευμένη βάση και κατά 6% σε συγκρίσιμη. Τα επαναλαμβανόμενα λειτουργικά κέρδη του οίκου διαμορφώθηκαν σε 529 εκατ. ευρώ, με λειτουργικό περιθώριο 20%.