Της Ελευθερίας Πιπεροπούλου
Νέες ευκαιρίες για συνεργασίες με την Ελλάδα στον τομέα της άμυνας βλέπει η Saab, καθώς η αύξηση των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών δημιουργεί, σύμφωνα με τη σουηδική εταιρεία, περιθώριο για νέες συμπράξεις όχι μόνο σε επίπεδο προμηθειών, αλλά και σε επίπεδο τεχνολογίας, καινοτομίας και βιομηχανικής παραγωγής.
Μιλώντας στο 11ο Επιχειρηματικό Φόρουμ Ελλάδας–Σουηδίας, που διοργάνωσε το Ελληνο-Σουηδικό Επιμελητήριο σε συνεργασία με την Πρεσβεία της Σουηδίας, ο Fredrik Gustafson, Αντιπρόεδρος και Επικεφαλής Επιχειρηματικής Ανάπτυξης της Saab AB, αναφέρθηκε αρχικά στην παρουσία της εταιρείας στην Ελλάδα και στη συνεργασία της με τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις.
Η Saab δραστηριοποιείται στην Ελλάδα στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας από τη δεκαετία του 1980, έχοντας συνεργαστεί με τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις σε διαφορετικούς τομείς. Το χαρτοφυλάκιό της στην Ελλάδα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, συστήματα εναέριας έγκαιρης προειδοποίησης, εντοπισμού πυροβολικού, αντιαρματικά οπλικά συστήματα, καθώς και λύσεις εκπαίδευσης και προσομοίωσης, με παρουσία και στον τομέα του Πολεμικού Ναυτικού.
Σε διεθνές επίπεδο, η Saab είχε πέρυσι πωλήσεις περίπου €7 δισ. και απασχολεί περίπου 30.000 εργαζομένους σε περισσότερες από 30 χώρες, εκ των οποίων περίπου 13.000 είναι μηχανικοί. Η εταιρεία κατευθύνει περίπου 17%-18% των πωλήσεών της στην Έρευνα και Ανάπτυξη, με περίπου το ένα τρίτο της σχετικής χρηματοδότησης να προέρχεται από την ίδια και τα υπόλοιπα δύο τρίτα από πελάτες.
Νέες ευκαιρίες συνεργασίας
Η μεγάλη αύξηση των αμυντικών δαπανών σε ολόκληρη την Ευρώπη δημιουργεί, σύμφωνα με τον κ. Gustafson, ένα νέο ερώτημα για τις χώρες που αυξάνουν τις επενδύσεις τους στην άμυνα: όχι μόνο ποιον εξοπλισμό μπορούν να αγοράσουν, αλλά και πώς μπορούν να αξιοποιήσουν αυτές τις επενδύσεις για να δημιουργήσουν μακροπρόθεσμες δυνατότητες, μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και τεχνολογικά πλεονεκτήματα.
Όπως σημείωσε, το ερώτημα αυτό αφορά όχι μόνο τη Σουηδία, αλλά και την Ελλάδα. Οι δύο χώρες, όπως ανέφερε, κατέχουν σημαντικές θέσεις στα εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης, έχοντας παράλληλα σημαντικό ρόλο στην προστασία των θαλάσσιων γραμμών και των εξωτερικών συνόρων της.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η αύξηση των επενδύσεων στην άμυνα δημιουργεί, σύμφωνα με τον ίδιο, ευκαιρίες για την ανάπτυξη διμερών και πολυεθνικών συνεργασιών. Το ζητούμενο είναι να εντοπιστούν πεδία στα οποία η συνεργασία μπορεί να ενισχύσει την εθνική άμυνα, αλλά ταυτόχρονα και την ευρωπαϊκή άμυνα, την ικανότητα καινοτομίας και τη βιομηχανική ικανότητα.
Πρόκειται, όπως εξήγησε, για ένα ερώτημα που η Saab θέτει όταν συμμετέχει σε μεγάλα αμυντικά προγράμματα. "Όχι μόνο τι μπορούμε να κατασκευάσουμε για αυτή τη χώρα, αλλά τι μπορούμε να κατασκευάσουμε μαζί με αυτή τη χώρα”, ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο κ. Gustafson συνέδεσε την ανάγκη αυτή και με το μέγεθος της Saab και της Σουηδίας. "Όντας μια μικρή χώρα, όντας μια σχετικά μικρή εταιρεία, πρέπει να βρίσκουμε αυτές τις συνεργασίες”, σημείωσε.

Τα μαθήματα από την Ουκρανία
Ο κ. Gustafson αναφέρθηκε επίσης στην αλλαγή που έχει επέλθει στην αμυντική καινοτομία μετά τα διδάγματα του πολέμου στην Ουκρανία.
Όπως ανέφερε, είναι πλέον δύσκολο να συζητήσει κανείς για την καινοτομία στην άμυνα χωρίς να λάβει υπόψη τα διδάγματα από την Ουκρανία, τα οποία έχουν έρθει με τεράστιο ανθρώπινο κόστος. Ένα από τα βασικά συμπεράσματα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ότι ο ρυθμός της καινοτομίας έχει αλλάξει και ότι τα παραδοσιακά μοντέλα ανάπτυξης είναι πλέον πολύ αργά για να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις.
Παράλληλα, οι νέες αμυντικές δυνατότητες πρέπει να μπορούν να κλιμακώνονται γρήγορα. Όπως ανέφερε, η συζήτηση δεν αφορά πλέον μικρές αυξήσεις στην παραγωγή, για παράδειγμα από 500 σε 550 πυραύλους, αλλά πολύ μεγαλύτερη κλιμάκωση, όπως από 500 σε 10.000 πυραύλους. Αυτό, όπως εξήγησε, απαιτεί αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η κλιμάκωση της παραγωγής.
Η ίδια ταχύτητα απαιτείται και στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών. Σύμφωνα με τον κ. Gustafson, στην Ουκρανία η καινοτομία έχει μετακινηθεί από τα κεντρικά τμήματα καινοτομίας πιο κοντά στις επιχειρησιακές μονάδες. Τα τμήματα Έρευνας και Ανάπτυξης βρίσκονται πλέον μαζί με τάγματα και ταξιαρχίες, ώστε οι νέες λύσεις να μπορούν να αναπτύσσονται ταχύτερα. Ο χρόνος ανάπτυξης, όπως ανέφερε, δεν μετριέται πλέον απαραίτητα σε χρόνια, μήνες ή εβδομάδες, αλλά ακόμη και σε ημέρες ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε ώρες.
Ταυτόχρονα, υπογράμμισε τη σημασία της διατήρησης μιας ισχυρής ακαδημαϊκής βάσης και της εκπαίδευσης μηχανικών, που αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την αντιμετώπιση των νέων απαιτήσεων. "Οι οργανισμοί που μαθαίνουν ταχύτερα θα αποκτήσουν ταχύτερα το πλεονέκτημα”, σημείωσε, περιγράφοντας το βασικό δίδαγμα από την ουκρανική εμπειρία. Σε αυτό το πλαίσιο, όπως ανέφερε, είναι κρίσιμο να ακούς τον τελικό χρήστη, να διασφαλίζεις ότι οι δυνατότητες που αναπτύσσονται είναι ευθυγραμμισμένες με τις ανάγκες του και να υπάρχει συνεχής μάθηση και προσαρμογή. Αυτή είναι και η προσέγγιση που, σύμφωνα με τον ίδιο, ακολουθεί η Saab.
Παράλληλα, τίθεται και το ζήτημα της παραγωγικής κλιμάκωσης: από τη στιγμή που μια νέα δυνατότητα έχει αναπτυχθεί, πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα να παραχθεί αρκετά γρήγορα και σε επαρκή κλίμακα. Όπως ανέφερε, τα βασικά ερωτήματα που θέτει η Saab είναι: "Λύνουμε το σωστό πρόβλημα; Μπορεί η λύση να εξελιχθεί; Και μπορεί να παραδοθεί με την απαιτούμενη ταχύτητα;”.
Η "τριπλή έλικα”
Σε επίπεδο ευρύτερου μοντέλου καινοτομίας, ο κ. Gustafson αναφέρθηκε στη σουηδική προσέγγιση της "τριπλής έλικας” (triple helix), δηλαδή στη συνεργασία κυβέρνησης, βιομηχανίας και ακαδημαϊκής κοινότητας. Όπως εξήγησε, στο μοντέλο αυτό η καινοτομία αντιμετωπίζεται ως εθνική προσπάθεια.
Η κυβέρνηση παρέχει την κατεύθυνση και την επένδυση, τα πανεπιστήμια παράγουν έρευνα, ταλέντο και νέες ιδέες, ενώ η βιομηχανία μετατρέπει αυτή την καινοτομία σε επιχειρησιακές δυνατότητες.
Στο σημείο αυτό ο Gustafson έδωσε έμφαση στη σημασία των μακροπρόθεσμων αποφάσεων και στρατηγικών, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια εθνική προσέγγιση δεν μπορεί να αλλάζει κάθε τέσσερα χρόνια μαζί με μια νέα κυβέρνηση.
Από τις προμήθειες στις στρατηγικές συνεργασίες
Ο κ. Gustafson στάθηκε επίσης στις ευκαιρίες που δημιουργούν οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες για νέες συνεργασίες και εταιρικές σχέσεις. Όπως ανέφερε, η Saab εξετάζει πώς μπορούν να αξιοποιηθούν οι επενδύσεις αυτές για τη δημιουργία συνεργασιών σε διαφορετικά επίπεδα: από κυβέρνηση σε κυβέρνηση και από Πολεμικό Ναυτικό σε Πολεμικό Ναυτικό, αλλά και μέσω συνεργασίας με πανεπιστήμια και τη βιομηχανία.
Σε αυτό το πλαίσιο, σημείωσε ότι η εταιρεία θέλει να συμβάλει στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας του οικοσυστήματος της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, αλλά και, παράλληλα, του ευρωπαϊκού αμυντικού οικοσυστήματος.
Όπως τόνισε, για να ενισχυθούν αυτά τα οικοσυστήματα δεν αρκούν η τεχνολογία και οι πλατφόρμες. Απαιτούνται γνώση και ταλέντο, αλλά και ένα ισχυρό οικοσύστημα καινοτομίας, μέσα από το οποίο μπορούν να δημιουργηθούν ισχυρότερες αλυσίδες εφοδιασμού με έμπιστους συμμάχους.
Η ελληνική αμυντική βιομηχανία
Μιλώντας στο ίδιο forum, σε πάνελ για την αμυντική βιομηχανία, ο Δημήτρης Σκαλαίος, Εκτελεστικός Διευθυντής και CRO της ΕΑΒ και Πρόεδρος της Ένωσης Ελληνικών Εταιρειών Αεροδιαστημικής, Ασφάλειας & Άμυνας (ΕΕΛΕΑΑ),αναφέρθηκε αρχικά στη διαφορά μεγέθους μεταξύ του ελληνικού και του σουηδικού αμυντικού τομέα. Όπως σημείωσε, ο σουηδικός αμυντικός τομέας είναι επτά έως οκτώ φορές μεγαλύτερος από τον ελληνικό, ενώ περίπου το 50% ή και περισσότερο των εσόδων του προέρχεται από εξαγωγές. Η Ελλάδα, αντίθετα, έχει υψηλές αμυντικές δαπάνες, αλλά όχι αντίστοιχα μεγάλο αμυντικό τομέα.
Στο ερώτημα τι πρέπει να αλλάξει ώστε οι αμυντικές δαπάνες να μετατραπούν σε εθνικές δυνατότητες, ο κ. Σκαλαίος έθεσε αρχικά το ζήτημα της αμυντικής βιομηχανικής πολιτικής. Όπως ανέφερε, για χρόνια η Ελλάδα δεν είχε αμυντική βιομηχανική πολιτική, αλλά πολιτική αμυντικών προμηθειών.
Σύμφωνα με τον ίδιο, σήμερα υπάρχει κάποια πρόοδος, με την απαίτηση της ελληνικής κυβέρνησης και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας για συμμετοχή 25% της εγχώριας βιομηχανίας σε όλα τα έργα αμυντικών προμηθειών. Χαρακτήρισε την πολιτική αυτή θετική για τον αμυντικό τομέα, σημειώνοντας ωστόσο ότι η μεγάλη πρόκληση βρίσκεται στην εφαρμογή της. Το ζητούμενο, όπως ανέφερε, είναι πώς θα μετράται το 25%, πώς θα παρακολουθείται και πώς θα εφαρμόζεται στην πράξη στα προγράμματα προμηθειών.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι το 25% αφορά ολόκληρο τον κύκλο ζωής ενός προγράμματος προμήθειας και όχι μόνο την αρχική προμήθεια. Σε αυτόν περιλαμβάνονται η συντήρηση, η υποστήριξη και οι εφοδιαστικές αλυσίδες. Σε αυτό το πλαίσιο, ένα θετικό βήμα, σύμφωνα με τον κ. Σκαλαίο, θα ήταν ελληνικές ΜμΕ να αναπτύξουν συγκεκριμένες δυνατότητες και να συμμετέχουν στις εφοδιαστικές αλυσίδες όχι μόνο για τις ελληνικές προμήθειες, αλλά και γενικότερα στην εφοδιαστική αλυσίδα των κύριων αναδόχων που αναλαμβάνουν τα έργα.
Όπως σημείωσε, οι ελληνικές ΜμΕ μπορούν να υποστηρίζουν κύριους αναδόχους. Μπορεί να υπάρχουν λίγοι κύριοι ανάδοχοι στον ελληνικό αμυντικό τομέα, αυτό όμως, όπως ανέφερε, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει αμυντικός τομέας. "Αν είσαι βασικό μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας της Lockheed Martin ή της Saab, αυτό είναι πολύ σημαντικό και για τις εξαγωγές”, ανέφερε χαρακτηριστικά.
Τι μπορεί να μάθει η Ελλάδα από τη Σουηδία
Σε άλλο σημείο του πάνελ, ο κ. Σκαλαίος ρωτήθηκε ποιο στοιχείο του σουηδικού οικοσυστήματος άμυνας και καινοτομίας θα επέλεγε να ενισχύσει στην Ελλάδα.
Όπως ανέφερε, αυτό θα ήταν στον τομέα της τεχνολογίας συνδεσιμότητας και επικοινωνιών. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στην αξιοποίηση των σουηδικών δυνατοτήτων και της προόδου στον συγκεκριμένο τομέα σε συνδυασμό με νέα ελληνικά προϊόντα, όπως τα συστήματα anti-drone και τα drones.
Όπως σημείωσε, όλες οι μη επανδρωμένες πλατφόρμες χρειάζονται ασφαλείς επικοινωνίες. Κατά τον ίδιο, η συνεργασία και η ενσωμάτωση της συγκεκριμένης τεχνογνωσίας συνδεσιμότητας σε ελληνικές πλατφόρμες θα μπορούσε να αποτελέσει "μια πολύ καλή αρχή” και έναν τρόπο συνεργασίας μεταξύ των δύο πλευρών.