Του Γεράσιμου Σεραφειμίδη
Νέα ασφαλιστική κάλυψη για τον στόλο LNG με ρωσικές διασυνδέσεις αναζητεί ο Γιώργος Προκοπίου λόγω της διαφορετικής στάσης μεταξύ των κυρώσεων που εφαρμόζουν κατά της Ρωσίας, η Βρετανία, οι ΗΠΑ και η ΕΕ.
Το πρόβλημα για την Dynagas προκύπτει από το γεγονός ότι στη Βρετανία τίθονται σε εφαρμογή κυρώσεις, οι οποίες δεν επιτρέπουν την παροχή ναυτιλιακών υπηρεσιών σε εταιρείες που μεταφέρουν φορτία ρωσικού LNG. Το γεγονός αυτό μεταφράζεται στη διακοπή της συνεργασίας του Έλληνα εφοπλιστή με τη NorthStandard, η οποία του παρείχε ασφαλστική κάλυψη στα πλοία του. Αξίζει να σημειωθεί πως η NorthStandard αποτελεί το δεύτερο μεγαλύτερο αλληλασφαλιστικό οργανισμό της ναυτιλίας παγκοσμίως.
Ο αρχικός στόχος της Βρετανίας ήταν, αν και εκτός ΕΕ, να εφαρμόζει τα ίδια μέτρα με την Ένωση. Ωστόσο, η εξαίρεση των πλοίων της ΕΕ από το μέτρο της απαγόρευσης της μεταφοράς ρωσικού αερίου, ήταν κάτι που δεν ακολούθησε η Βρετανία.
"Αναμένουμε ότι θα χρειαστεί να αντικαταστήσουμε ορισμένους βασικούς παρόχους υπηρεσιών που σήμερα εδρεύουν στο Ηνωμένο Βασίλειο με παρόχους εγκατεστημένους εκτός της χώρας", ανέφερε η εισηγμένη Dynagas LNG Partners στα αποτελέσματα πρώτου εξαμήνου.
Η εταιρεία προειδοποίησε, ωστόσο, ότι "δεν μπορεί να υπάρξει διαβεβαίωση ότι οι υπηρεσίες αντικατάστασης θα είναι διαθέσιμες με αντίστοιχους όρους".
26 πλοία του Προκοπίου αναζητούν νέο ασφαλιστή
Σύμφωνα με στοιχεία των Clarksons και International Group of P&I Clubs, η NorthStandard παρέχει σήμερα ασφαλιστική κάλυψη αστικής ευθύνης έναντι τρίτων σε 26 πλοία της Dynagas.
Ανάμεσά τους βρίσκονται τρία LNG carriers στα οποία η Βρετανία επέβαλε κυρώσεις τον Οκτώβριο για τον ρόλο τους στη μεταφορά ρωσικού φυσικού αερίου. Πρόκεται για τα Clean Ocean και Clean Planet, χωρητικότητας 61.881 κυβικών μέτρων και κατασκευής 2014, καθώς και το Clean Vision, χωρητικότητας 162.000 κυβικών μέτρων και κατασκευής 2016.
Παρά τις κυρώσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν απαγόρευση πρόσβασης σε βρετανικά λιμάνια και χρήσης βρετανικής σημαίας, οι ασφαλιστές μπορούν να συνεχίσουν να παρέχουν κάλυψη μέχρι τον Ιανουάριο.
Την ίδια στιγμή, η Dynagas LNG Partners εκτιμά ότι δύο δικά της πλοία που βρίσκονται σε μακροχρόνια ναύλωση στη ρωσική Yamal LNG δεν εμπίπτουν στην ευρωπαϊκή απαγόρευση για το LNG, μετά την τροποποίηση που εξασφάλισε η Ελλάδα τον Ιούλιο.
Πρόκειται για τα LNG carriers Yenisei River και Lena River, χωρητικότητας 155.000 κυβικών μέτρων και κατασκευής 2013, τα οποία είναι ναυλωμένα μέχρι το 2033 και το 2034, αντίστοιχα.
Η μονάδα υγροποίησης φυσικού αερίου Yamal στη Σιβηρία, η οποία δεν τελεί υπό κυρώσεις, συνεχίζει στο μεταξύ τις εξαγωγές της ενόψει της επερχόμενης πλήρους απαγόρευσης της ΕΕ στο ρωσικής παραγωγής LNG.
Tο "ρήγμα" μεταξύ Βρετανίας, ΕΕ και ΗΠΑ
Οι εξελίξεις για την ασφάλιση των πλοίων της Dynagas από βρετανικές εταιρείες αναδεικνύει την ασυμφωνία και τη διαφορετική στάση μεταξύ της Βρετανίας, της ΕΕ και των ΗΠΑ. Το γεγονός αυτό δείχνει πως ο δυτικός κόσμος δεν έχει μία συντονισμένη πολιτική απέναντι στο ρωσικό αέριο.
Βρετανία και Ευρωπαϊκή Ένωση, για παράδειγμα, εφαρμόζουν διαφορετικά επίπεδα στο πλαφόν τιμών για το ρωσικό πετρέλαιο σε σχέση με τις ΗΠΑ, οι οποίες υπό την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ έχουν απομακρυνθεί από την πολιτική ενίσχυσης των κυρώσεων κατά της Ρωσίας.
Επιπλέον παραμένει ασαφές εάν η Dynagas θα μπορέσει να εξασφαλίσει εναλλακτική ασφαλιστική κάλυψη P&I από κάποιο άλλο μέλος του International Group of P&I Clubs.
Το πρόβλημα είναι ότι ακόμη και τα P&I Clubs που δεν εδρεύουν στη Βρετανία συμμετέχουν σε ένα κοινό σύστημα αντασφάλισης, το οποίο διαπραγματεύεται σε ετήσια βάση μέσω της ασφαλιστικής αγοράς του Λονδίνου.
Οι αντασφαλιστές που συνδέονται με τη Βρετανία δεν θα μπορούν να συμμετέχουν στην κάλυψη λόγω της νέας απαγόρευσης.
Έξοδος της Dynagas από τις ασφαλιστικές του Λονδίνου;
Το αδιέξοδο θα μπορούσε τελικά να οδηγήσει πλοία της Dynagas εκτός του International Group, ακολουθώντας τον δρόμο εκατοντάδων δεξαμενόπλοιων των οποίων η ασφαλιστική κάλυψη έχει ήδη μεταφερθεί εκτός του ελέγχου του Λονδίνου και γενικότερα των δυτικών ασφαλιστικών αγορών.
Πρόκειται για μια εξέλιξη που προκαλεί προβληματισμό ακόμη και στο ίδιο το βρετανικό ασφαλιστικό οικοσύστημα.
Σύμφωνα με τους Financial Times, οι Lloyd’s of London ασκούν πιέσεις στη βρετανική κυβέρνηση ώστε να καθυστερήσει η εφαρμογή των μέτρων του Ιανουαρίου για τις ασφαλιστικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο Ηνωμένο Βασίλειο.
"Η ευθυγράμμιση της πολιτικής κυρώσεων είναι πραγματικά σημαντική, γιατί όταν αυτή χάνεται προκαλούνται ακούσιες οικονομικές απώλειες", δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος των Lloyd’s, Patrick Tiernan.
Στελέχη της ασφαλιστικής αγοράς επισημαίνουν ότι το μερίδιο του International Group στην παγκόσμια αγορά δεξαμενόπλοιων έχει ήδη υποχωρήσει από περίπου 90% στο 78% του παγκόσμιου στόλου, ως αποτέλεσμα των κυρώσεων.
Η Βρετανία κινδυνεύει να χάσει τον έλεγχο
Το επιχείρημα που διατυπώνεται πλέον στο Λονδίνο είναι ότι οι νέοι περιορισμοί ενδέχεται να έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιδιώκει η βρετανική κυβέρνηση.
Εάν τα πλοία που μεταφέρουν ρωσικά φορτία αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τη βρετανική και γενικότερα τη δυτική ασφαλιστική αγορά, το Ηνωμένο Βασίλειο κινδυνεύει να χάσει έναν από τους σημαντικότερους μοχλούς που διαθέτει για να επηρεάζει τη συμπεριφορά της διεθνούς ναυτιλίας.
Όπως χαρακτηριστικά σημειώνουν στελέχη της αγοράς, ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους οι πλοιοκτήτες συμμορφώνονται με τις βρετανικές κυρώσεις είναι ακριβώς η ανάγκη να διατηρήσουν την ασφαλιστική τους κάλυψη στη Βρετανία.
Εάν αυτό πάψει να είναι νομικά δυνατό, τίθεται το ερώτημα πώς το ίδιο το βρετανικό καθεστώς κυρώσεων θα μπορέσει να πετύχει τους στόχους του.
Η παρουσία των ασφαλιστικών καλύψεων στο Λονδίνο ή το Νιούκαστλ είναι αυτή που δίνει στη Βρετανία τη δυνατότητα να επηρεάζει τη συμπεριφορά των πλοιοκτητών. Η μεταφορά ολοένα και περισσότερων πλοίων σε ασφαλιστικά σχήματα εκτός δυτικών αγορών περιορίζει αντίστοιχα αυτή την επιρροή.
Το πρόβλημα του συντονισμού είχε επισημάνει νωρίτερα μέσα στον μήνα και ο πρώην επικεφαλής εξωτερικών σχέσεων της NorthStandard, Mike Salthouse, υποστηρίζοντας ότι οι κυβερνήσεις απέτυχαν να συνεργαστούν επαρκώς με τη ναυτιλιακή βιομηχανία όταν άρχισαν να εμφανίζονται τα προβλήματα στη στρατηγική των κυρώσεων.