Της Ξανθής Γούναρη
Στην τελική ευθεία εισέρχεται η εξαγορά της Avramar από την καναδική Cooke Aquaculture, με τη διοίκηση της οικογενειακής εταιρείας να προαναγγέλλει παράλληλα νέο κύκλο επενδύσεων αλλά και πιθανές περαιτέρω εξαγορές στην ελληνική αγορά.
Μιλώντας στο 4ο Κλαδικό Συνέδριο Ιχθυοκαλλιέργειας 2026, που πραγματοποιείται αυτή την ώρα στην Αθήνα και το οποίο διοργανώνει η AMBIO με την υποστήριξη της ΕΛΟΠΥ, ο αντιπρόεδρος δημοσίων σχέσεων της Cooke, Joel Richardson, ανέφερε ότι η συναλλαγή αναμένεται να ολοκληρωθεί εντός του επόμενου δεκαπενθημέρου, επιβεβαιώνοντας ουσιαστικά ότι το πολυαναμενόμενο deal βρίσκεται στο τελικό στάδιο.
Η Cooke δραστηριοποιείται σήμερα σε 15 χώρες, απασχολεί περισσότερους από 13.000 εργαζόμενους και αποτελεί τη μεγαλύτερη οικογενειακή εταιρεία θαλασσινών παγκοσμίως. Σύμφωνα με τον κ. Richardson, η στρατηγική της εταιρείας βασίζεται στην κάθετη ολοκλήρωση της παραγωγής – από τις ιχθυοτροφές και την εκτροφή έως τη μεταποίηση και τη διανομή – αλλά και στη συνεχή επέκταση μέσω εξαγορών.
"Πάντοτε αξιολογούμε ευκαιρίες εξαγοράς", σημείωσε χαρακτηριστικά, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων κινήσεων στην Ελλάδα μετά την Avramar. Όπως εξήγησε, ο κλάδος της υδατοκαλλιέργειας παραμένει έντονα κατακερματισμένος διεθνώς, γεγονός που δημιουργεί σημαντικά περιθώρια για συγχωνεύσεις, οικονομίες κλίμακας και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας.
Ο ίδιος συνέδεσε την επιθετική αναπτυξιακή στρατηγική της Cooke με τη φιλοσοφία της οικογένειας του ιδρυτή Glenn Cooke, επισημαίνοντας ότι μέσα σε οκτώ χρόνια ο όμιλος υπερδιπλασίασε το ανθρώπινο δυναμικό του, από περίπου 6.000 σε 13.000 εργαζόμενους.
Το "πολιτισμικό ταίριασμα" και η ελληνική αγορά
Ο κ. Richardson ανέφερε ότι βασικός λόγος για την εξαγορά της Avramar ήταν το "πολιτισμικό ταίριασμα" με τους ανθρώπους της εταιρείας, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην τεχνογνωσία και την εμπειρία των εργαζομένων της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας.
"Ως οικογενειακή επιχείρηση αναζητούμε ανθρώπους αφοσιωμένους στην ποιότητα και στην παραγωγή", υπογράμμισε, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα διαθέτει σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης, ιδιαίτερα στις εξαγωγές προς τη Βόρεια Αμερική και τις ευρωπαϊκές αγορές όπου η Cooke έχει ήδη ισχυρή παρουσία.
Η εταιρεία σχεδιάζει να αξιοποιήσει το διεθνές εμπορικό της δίκτυο ώστε να τοποθετήσει τα ελληνικά προϊόντα σε αγορές υψηλότερης αξίας. Με τη συνδυασμένη παρουσία σε Ελλάδα και Ισπανία, η Cooke εκτιμά ότι θα διαχειρίζεται περίπου 80.000 μετρικούς τόνους τσιπούρας, λαβρακιού και κρανιού.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στην εμπειρία της εταιρείας στην Ισπανία μέσω της Culmarex, όπου – σύμφωνα με τον κ. Richardson – ο κύκλος εργασιών αυξήθηκε από 45 εκατ. ευρώ σε πάνω από 200 εκατ. ευρώ μετά την εξαγορά και τις επενδύσεις που ακολούθησαν.
Επενδύσεις σε τεχνητή νοημοσύνη και μεταποίηση
Στα άμεσα σχέδια της Cooke περιλαμβάνονται επενδύσεις σε εξοπλισμό εκτροφής, συστήματα διατροφής με τεχνητή νοημοσύνη και τεχνολογίες υποθαλάσσιας παρακολούθησης, με στόχο τη βελτιστοποίηση της παραγωγής και τη μείωση του κόστους.
Παράλληλα, η διοίκηση της καναδικής εταιρείας εμφανίζεται αποφασισμένη να επεκταθεί δυναμικά και στη μεταποίηση, δίνοντας έμφαση σε έτοιμα συσκευασμένα προϊόντα και σε μεγαλύτερη διείσδυση στη λιανική αγορά.
"Θέλουμε να προσεγγίσουμε ευκολότερα τον καταναλωτή", σημείωσε ο κ. Richardson, εξηγώντας ότι στον Καναδά ο όμιλος έχει αναπτύξει ισορροπημένο μοντέλο μεταξύ χονδρικής και λιανικής δραστηριότητας.
Η Cooke προτίθεται επίσης να ενισχύσει τη συνεργασία με τοπικούς προμηθευτές, να επεκτείνει την ποικιλία προϊόντων και να επενδύσει στην εκπαίδευση προσωπικού μέσω συνεργασιών με πανεπιστήμια και διεθνών προγραμμάτων ανταλλαγής νέων εργαζομένων.
Το στοίχημα των αδειοδοτήσεων και ο ανταγωνισμός με την Τουρκία
Ο κ. Richardson αναφέρθηκε και στις ρυθμιστικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο κλάδος στην Ελλάδα, τονίζοντας ότι η επενδυτική σταθερότητα και η προβλεψιμότητα αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση μεγάλων επενδύσεων.
Όπως είπε, αντίστοιχες προκλήσεις συναντώνται και σε άλλες χώρες όπου δραστηριοποιείται η Cooke, ωστόσο επεσήμανε ότι απαιτείται μακροπρόθεσμο όραμα από την ελληνική πολιτεία ώστε να επιταχυνθεί η ανάπτυξη του κλάδου.
Σε ό,τι αφορά τον ανταγωνισμό από την Τουρκία, ο κ. Richardson εμφανίστηκε καθησυχαστικός, σημειώνοντας ότι η εταιρεία διαθέτει ήδη πρόσβαση σε αγορές υψηλής ζήτησης που μπορούν να απορροφήσουν ελληνική παραγωγή με καλύτερα περιθώρια αξίας.
Παράλληλα, άσκησε κριτική σε μη κυβερνητικές οργανώσεις που αντιδρούν στην ανάπτυξη της υδατοκαλλιέργειας, υποστηρίζοντας ότι συχνά λειτουργούν αποτρεπτικά για επενδύσεις και απασχόληση στις τοπικές κοινωνίες.
Με την ολοκλήρωση της εξαγοράς της Avramar να θεωρείται πλέον θέμα ημερών, η είσοδος της Cooke στην ελληνική αγορά αναμένεται να αναδιαμορφώσει τον χάρτη της μεσογειακής ιχθυοκαλλιέργειας, ενισχύοντας περαιτέρω τη συγκέντρωση δυνάμεων στον κλάδο και επιταχύνοντας τις επενδύσεις σε τεχνολογία, μεταποίηση και εξαγωγές.